Τρίτη 18 Μαΐου 2021

Ανάγνωσης Σκέψεις

 

Δακρυγόνες Αναμνήσεις, του Κυριάκου Στρατουδάκη

       Νύχτα.

    Σε μια γωνιά του κήπου μας, όπου της νύχτας το λουλούδι αγώνα κάνει με το αγιόκλημα ποιο την ψυχή θα καταφέρει να λιγώσει, τη δεύτερη ανάγνωση των Δακρυγόνων Αναμνήσεων του Κυριάκου Στρατουδάκη, αρχινώ. Κάτω απ’ το Φως του φεγγαριού, γιατί ποτέ του το απόλυτο σκοτάδι χαρά δε μου ‘δωσε.

    Νύχτα. Σίγουρα, όχι γιατί μια έκπτωτη διάθεση ρομαντισμού με τριγυρίζει αλλά γιατί τη νύχτα οι πύλες αίρονται και οι αναμνήσεις, τον δρόμο που βγάζει στο κατώφλι της ψυχής, βρίσκουν. Στέκουν υπομονετικές, μέχρι ν’ ακούσουν σύρτες και μάνταλα να πέφτουν και τα βαριά θυρόφυλλα ν' ανοίγουν για χάρη τους.

    Ανοίγω το βιβλίο του Κυριάκου και μελετώ τα σημάδια της πένας του ποιητή που τόλμησε να αφηγηθεί τον δικό του μα και κάθε ανθρώπου, παρελθόντα χρόνο.

    Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, βλέπω τις αναμνήσεις να αναδύονται από τις σελίδες του βιβλίου. Πανώριες κόρες, λυγερόκορμες, που, με ληκύθους δακρύων στα χέρια, χοές προσφέρουν στις ώρες του Χθες. Για να μη σβήσουν, για να μη γίνουν σκιές.

    Διαβάζω το βιβλίο και κάθε σελίδα γεννά την ίδια επιβεβαίωση. Σπουδαίο το κράτος των αναμνήσεων. Στο ταξίδι τους, φέρνουν το φως του παρελθόντος και σβήνουν το σκοτάδι του παρόντος.

    Διαβάζω το βιβλίο και συλλογίζομαι. Μεγάλο γιατρικό η γραφή. Ο ποιητής, παλεύει να βρει τη δύναμη να αφηγηθεί και βάλσαμο να στάξει στις πληγές του. Αλλά όχι μονάχα στις δικές του μα και σ’ αυτές του, πάντα εν ανάγκη, αναγνώστη...

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

 

Διηγήματα, της Ρέας Γαλανάκη
 

Τον εγκλεισμό του σώματος και της Ψυχής, βάλθηκα να ζυγιάσω μες στη νύχτα. Στους δίσκους ενός αόρατου ζυγού, απόθεσα την ιδέα του έγκλειστου κορμιού από τη μια και αυτήν της έγκλειστης Ψυχής από την άλλη. Ταράχτηκα βλέποντας τον δίσκο της Ψυχής να γέρνει αργά. Μα δε φοβήθηκα. Έμαθα, χρόνια τώρα, το γιατρικό για να την κάνω να αλαφραίνει. Και βρίσκω το αμέσως. Όχι στο αποστειρωμένο και γυαλιστερό κουτί με τα ιάματα ( τι τρέλα, αλήθεια, να τα λέμε φάρμακα ή μήπως δηλητήρια όντως είναι; ) μα στα μεγάλα ξύλινα ράφια όπου κουρνιάζουν σιωπηλά, του Νου και της Ψυχής σπουδαίων Ανθρώπων έργα, τα Βιβλία. Έναν κανόνα έχω ορίσει. Όσα δεν έχουν ακόμη τον σκοπό τους εκπληρώσει, πλαγιαστά τα βάζω, ανάπαυση να βρουν πριν τη μεγάλη μάχη. Μα όσα έχουν την αποστολή τους εκτελέσει, όρθια τα στέκω και ορίζω τα φρουρούς ακοίμητους στου ερέβους την ορθάνοιχτη την πύλη. Κι αυτά, μήτε ένα βήμα, του σκοταδιού δεν επιτρέπουν, στη φωτερή αυλή του κόσμου μου να σύρει.

Απόψε διάλεξα της Ψυχής μου, και της δικής σας αν το θελήσετε, συντροφιά, τα Διηγήματα της Ρέας Γαλανάκη. Μόλις στα χέρια σου το βιβλίο πάρεις, ένα εξώφυλλο όμορφο, ελπιδοφόρο, σε καλωσορίζει. Ένα αλογάκι της Παναγιάς, στην πρώτη του νιότη, ακροβατεί σε μιαν αόρατη κλωστή απάνω, ανάμεσα στο Φως και στο σκοτάδι. Ξεκάθαρο είναι θαρρώ, το Φως πως το ‘χει κερδίσει.

Σαν όνειρο, μοιάζει το Βιβλίο τούτο. Θαρρείς πως σ’ έναν δρόμο περπατάς κι αριστερά και δεξιά σου έντεκα θύρες σφαλιστές, προσμένουν διάπλατα να τις ανοίξεις. Χωρίς κλειδιά, μ’ ένα σου νεύμα, μ’ ένα σου «θέλω, λαχταρώ να δω»…

Στο άνοιγμα της κάθε θύρας, γίνεσαι μάρτυρας ορατών και αοράτων. Τη μια, η μνήμη τη λήθη αντιπαλεύει. Την άλλη, η αδιαφορία τη συμπόνοια για τ’ ανθρώπινα πασχίζει να συντρίψει. Σε άλλη θύρα, βλέπεις το μαυρόασπρο να προσπαθεί τα εντός του χρώματα στο άχρωμο-χρωματιστό να φέρει. Και σε μιαν άλλη θύρα, βλέπεις παλιούς σου γνώριμους, σε ένα καινούργιο γεύμα σε παλιό σερβίτσιο να παρακάθονται. Σ’ αυτό το γεύμα, παρακάλεσα να με δεχτούν οι αγαπημένοι και αξέχαστοι συνδαιτημόνες: η Ελένη, ο Ανδρέας, ο Εμμανουήλ…

Άδικο θα ‘ταν πιο πολλά να γράψω και τη μαγεία του βιβλίου να χαλάσω. Ο αναγνώστης, καλύτερα μονάχος του, μες στις σελίδες των Διηγημάτων της Ρέας Γαλανάκη, τον δρόμο του να βρει. Κλείνω την ταπεινή γραφή μου, μ’ έναν σπουδαίο λόγο που άκουσα ν’ αντιβοά, η έκτη θύρα σαν άνοιξε εμπρός μου: «… Παλιό είναι το σώμα που μπορεί να οραματίζεται το μέλλον του, παλιό είναι αυτό που ξέρει ότι θα καταργηθεί από ένα δικό του όνειρο, γι΄ αυτό τον λόγο το παλιό δεν χάνεται, ξαναγεννιέται μέσα απ’ το καινούργιο…»


Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Ανάγνωσης Σκέψεις


σιλάνς σιλβουπλέ, της Μαρινέλλας Βλαχάκη



Από την πρώτη σελίδα κιόλας αυτού του μυθιστορήματος, νιώθεις πως κρατάς στα χέρια σου ένα ημερολόγιο. Το ημερολόγιο μιας ολόκληρης γενιάς. Κι είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένο που θαρρείς, αν ανήκεις σ’ αυτή τη γενιά, πως έχει τις μνήμες κάποιου συγγενικού σου προσώπου ή και τις δικές σου.

            Κάθε σελίδα και μια καταγραφή ενός από τα μύρια δεινά που ταλάνισαν τους ανθρώπους των μεταπολεμικών χρόνων. Ο εμφύλιος, η μοναξιά, η μοίρα των κοριτσιών από φτωχή οικογένεια, ο φόβος για τα πάντα και τα ψυχολογικά προβλήματα που αυτός γεννούσε, η έλλειψη εκδήλωσης αγάπης των γονέων προς τα παιδιά, η ενοχοποίηση του ανθρώπινου σώματος, του έρωτα μα και της τέχνης που μιλά για τον έρωτα, οι μαθησιακές δυσκολίες των παιδιών, οι γονικές προσδοκίες και τόσα άλλα… Όλα αυτά, τα βιώνει η ηρωίδα μα δεν βρίσκει τη δύναμη να μιλήσει, να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί. Καταδικασμένη σε μια επιβεβλημένη από τους άλλους σιωπή υποταγής, πορεύεται στη ζωή της. Καταφέρνει όμως να γράψει γι’ αυτά. Αλλά είναι τόσος ο φόβος της μην αποκαλυφθούν τα μυστικά της, που τα αφήνει στη φύλαξη της μάνας γης, τα κρύβει σε μια εσοχή ενός βράχου.

            Γιατί όμως γράφει η ηρωίδα, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Ίσως για να μην ξεχάσει. Να μην ξεχάσει τα κακοπαθήματά της; Σίγουρα, όχι. Γράφει, για να μην ξεχάσει πως χρέος απέναντι στην ύπαρξή της έχει, να κλείσει τις βαθιές πληγές της, να αρνηθεί κάθε είδους επιβολή, να νικήσει τις σκιές της και να διεκδικήσει αυτά που άθελά τους ή και ηθελημένα, της στέρησαν οι άλλοι. Αισιοδοξία, ελευθερία, αλήθεια, υγεία, ζωή.

            Διαβάζοντας τα γραφτά με τις σκέψεις και τις εξομολογήσεις της ηρωίδας, την ακολουθούμε στις δύσκολες ώρες της θλίψης, της απογοήτευσης και των κρίσεων της ψυχής της. Οι σκιές κάθονται και στο δικό μας στομάχι και η φωνή μας σβήνει μαζί με τη δική της. Ακολουθούμε όμως την ηρωίδα και στις όμορφες, δεν έχει σημασία αν είναι ελάχιστες, ώρες. Όπως τότε που πήρε υπό την προστασία της το κουκουβαγάκι. Τότε που το υιοθέτησε και έβαλε τα δυνατά της να του προσφέρει σα στοργική μάνα την αγάπη που του άξιζε, την αγάπη που εκείνη δεν είχε λάβει.

            Τελειώνοντας την ανάγνωση αυτού του θαυμάσιου μυθιστορήματος, σκέφτομαι πως, πράγματι, όσο κι αν οι αρμοί της βάρκας της ζωής μας έχουν διαρκώς ανάγκη από καλαφάτισμα, όσο κι αν οι φουρτούνες διαδέχονται η μια την άλλη, θα τη βρούμε την ξαστεριά. Να το θυμόμαστε...

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

Ανάγνωσης Σκέψεις


Πολυφίλητη, του Νίκου Ψιλάκη

Ξεκινώντας την ανάγνωση της Πολυφίλητης, ο αναγνώστης επιστρέφει στα ζοφερά χρόνια της πολιορκίας του Χάνδακα, του Μεγάλου Κάστρου, από τους Τούρκους. Τα γεγονότα της πολιορκίας είναι γνωστά και ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε αυτά. Χρησιμοποιεί το ιστορικό γεγονός της πολιορκίας ως το στημόνι πάνω στο οποίο συνταιριάζει με περίσσια συγγραφική τέχνη το υφάδι των προσωπικών ιστοριών των ηρώων. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Η ιστορία ενός τόπου, η αληθινή ιστορία, θεμέλιο έχει τις ιστορίες των απλών ανθρώπων.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης βυθίζεται στη δίνη του χρόνου και βρίσκει τον εαυτό του μέσα στο Μεγάλο Κάστρο. Κλεισμένος. Πολιορκημένος, πορεύεται μαζί με τη Φραντζέσκα, μαζί με όλους τους χωραΐτες, προς το τέλος. Ή προς την αρχή. Σ’ αυτή τη διαδρομή, ο αναγνώστης βιώνει μια διπλή πολιορκία. Της πόλης και της ψυχής. Δύσκολη η πορεία. Είτε με την Φραντζέσκα, είτε με τον Αυγουστή, είτε με τον μισέρ Λορέντζο, είτε με την Εργινούσα ταυτιστεί, ο δρόμος είναι τραχύς. Κι αυτό, γιατί οι ήρωες παλεύουν να παραμείνουν ελεύθεροι όντας πολιορκημένοι. 
Ο συγγραφέας, μέσα στις τετρακόσιες εξήντα έξι σελίδες της πολιορκίας, καταφέρνει, μέσα από τις ώρες του χθες, να στείλει μηνύματα σπουδαία στον άνθρωπο του σήμερα: Όποιος δεν έχει μνήμη δεν έχει ζωή. Τ’ αφανέρωτα  εγκλήματα δε βαραίνουν μοναχά τους δράστες. Χρέος του δούλου, να πολεμά να ζει δίχως αφεντάδες και να θυμάται πως καμιά φυλακή δε σπάει μοναχή της. Όποιος μπορεί ν’ αναγαλιάζει με την ομορφιά του κόσμου, αυτός μπορεί ν’ αγγίξει και τον Θεό, κι ας τον αγγίξει μονάχα με τ’ ακροδάχτυλά του. Πόλεμος δεν είν’ άλλο από την τέχνη να λέει κανείς ψέματα και να γίνεται πιστευτός. Και, χρέος όλων η παύση του γιατί ο πόλεμος, νεκροταφείο των ονείρων είναι….
Ο συγγραφέας, μέσα στις τετρακόσιες εξήντα έξι σελίδες της πολιορκίας, καταφέρνει επίσης,  να αποτυπώσει και τον προβληματισμό του περί ποίησης: Πώς γίνεται κανείς ποιητής και για τι νοιάζονται οι ποιητές; Διαβατάρικα πουλιά είναι οι ιδέες και ο ποιητής δεν πρέπει να ξεχνά πως πρέπει να μάθει να διαβάζει τις ψυχές των ανθρώπων. Ο ποιητής δεν πρέπει να ξεχνά πως κάνουν κουμάντο οι ήρωες και οι λέξεις και όχι ο ίδιος. Δεν πρέπει να ξεχνά πως ο ρόλος της τέχνης στις δύσκολες ώρες είναι μεγάλος…

 Οι ήρωες της Πολυφίλητης πορεύονται σε ξεχωριστά καλντερίμια της πολιορκημένης τους ψυχής. Όμως, κοινός ο στόχος. Η απόδραση από τον φόβο και τα γεννήματά του, τη στασιμότητα, την αδράνεια, την απάθεια. Αγωνίζονται να βρεθούν εκτός των τειχών. Κι ο δημιουργός τους, ο Νίκος Ψιλάκης, βάζει όλες του τις δυνάμεις να τους βοηθήσει. Και το πετυχαίνει…

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020

Ανάγνωσης Σκέψεις

Στους δρόμους του Αυγερινού, του Αντώνη Σχετάκη



Ακολουθώντας τους δρόμους του Αυγερινού, ένα ταξίδι αρχίζει ο αναγνώστης. Στον χώρο και τον χρόνο. Ένα ταξίδι μαθητείας. Παραγιός γίνεται του Αντώνη Αυγερινού και, στο πλάι του, βλέπει καινούριους και θαυμαστούς τόπους, ερωτεύεται, αγωνίζεται, παλεύει για ιδέες μεγάλες, υποφέρει.

Το ταξίδι αυτό δεν είναι εύκολο για τον Αυγερινό μα ούτε και για τον αναγνώστη. Σε κάθε σταθμό του, συναντούν και μια μεγάλη, πικρή αλήθεια. Ο ήρωας, θαρρείς και γίνεται φωνή δική μας, εσωτερική, διδακτική και μας θυμίζει πως ο πατριωτισμός, σχέση καμιά δεν έχει με τον εθνικισμό και τη στείρα προγονολατρεία. Μας λέει να μην ξεχνούμε πως ο Ελληνισμός ουδέποτε ήταν ξενοφοβικός και πως οι γυναίκες, μεγάλο ρόλο έπαιξαν στους εθνικούς αγώνες. Μας υπενθυμίζει, επίσης, πόσο τραγική μπορεί να αποβεί η εμπλοκή των άθλιων πολιτικών συμφερόντων σε μεγάλες και δύσκολες ώρες του τόπου μας. Ο Αντώνης, με πίκρα διαπιστώνει τα καταστροφικά για τα μνημεία του τόπου αποτελέσματα της εθνικής μισαλλοδοξίας και της ιστορικής άγνοιας. Δεν παραλείπει να μιλήσει, με θάρρος, για την αιώνια καταδίκη του τόπου μας. Η πατρίδα, παραδομένη στα χέρια ιδιοτελών ανθρώπων, αντί να ανταμείβει όσους προσφέρουν τα πάντα για αυτήν, τους απαξιώνει και τους ταπεινώνει άδικα.

Το ταξίδι του αναγνώστη, στο πλάι του Αυγερινού, ξεκινά από τη Νήσο και τελειώνει σε αυτήν. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ο ήρωας, ακολουθεί τις αόρατες επιταγές των ομηρικών του καταβολών. Απαρνιέται τη στασιμότητα, φεύγει, βασανίζεται, γνωρίζει, μαθαίνει, αλλάζει και επιστρέφει. Το άλγος του νόστου, γεννημένο την ίδια τη στιγμή του φευγιού του, τον φέρνει πίσω στον τόπο του. Όχι για να αναπαύσει την ψυχή και το κορμί του, μα για να δεχτεί, σαν αρχαίος τραγικός ήρωας, κι άλλα χτυπήματα της μοίρας, αδυνατώντας να βρει απαντήσεις στα γιατί των ανθρώπινων παθών.

Η ώρα της λύτρωσης, έρχεται την ύστατη ώρα της μεγάλης αναχώρησης. Τότε ο Αυγερινός δίνει και το μεγαλύτερο μάθημα, στον μυστικό παραγιό του, τον αναγνώστη. Του ψιθυρίζει, με φωνή που αργοσβήνει, πως ανώτερο πράγμα στη ζωή του ανθρώπου δεν υπάρχει από το να βρίσκει τη δύναμη και να ζητά συγχώρεση για όσα έκανε. Και για όσα δεν έκανε…