Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω, του Λάσλο Κρασναχορκάι

Ούγγρος στην καταγωγή, ο βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2025 Λάσλο Κρασναχορκάι, μυθιστοριογράφος και σεναριογράφος, γνωστός για τα “δύσκολα”, σύμφωνα με την άποψη πολλών, μυθιστορήματά του. Κατά τον Τζέιμς Γουντς του New Yorker, μεταμοντέρνος συγγραφέας, με δυστοπικά και μελαγχολικά θέματα, κατά την Σούζαν Σόνταγκ όμως, “ο σύγχρονος Ούγγρος τεχνίτης της αποκάλυψης που έλκει τη σύγκριση με τον Ρώσο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ και τον Αμερικανό Χέρμαν Μέλβιλ”.

Το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας και έχει τίτλο “Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω”, σίγουρα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μυθιστόρημα με την παραδοσιακή έννοια. Ο ίδιος ο Κρασναχορκάι αποφεύγει συνήθως τους ειδολογικούς χαρακτηρισμούς, προτιμώντας να βλέπει τα έργα του ως πνευματικές διαδρομές. Σε μια πνευματική διαδρομή λοιπόν, καλούμαστε να ακολουθήσουμε τον συγγραφέα, ο οποίος παλεύει να βρει σημάδια της εμπειρίας του ιερού και του τέλειου μέσα στον σύγχρονο, αποϊεροποιημένο κόσμο. Δεκαεπτά στάσεις καλούμαστε να κάνουμε σε αυτή τη διαδρομή μέσα από δεκαεπτά αφηγήσεις σε διαφορετικό τόπο και χρόνο η κάθε μία. Δεκαεπτά αυτοτελείς ιστορίες, ανεξάρτητες μεταξύ τους; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Ο συγγραφέας, σε αυτό το ερώτημα, δίνει ως απάντηση την, πραγματικά πρωτότυπη, αρίθμηση των αφηγήσεων. Η αρίθμηση, όπως μπορούμε να δούμε στα περιεχόμενα, είναι σύμφωνη με την ακολουθία Fibonacci στην οποία, κάθε αριθμός προστιθέμενος με τον προηγούμενό του, δημιουργεί τον επόμενο αριθμό. Η ακολουθία Fibonacci υπάρχει στον κανόνα της χρυσής τομής και τη συναντούμε παντού, στη φύση, στην επιστήμη, στο άπειρο σύμπαν και βέβαια, στις βασικές αρχές της τέχνης, την τάξη και την αρμονία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι όπως αναπτύσσεται σταδιακά η ακολουθία αριθμών Fibonacci, έτσι και στο βιβλίο κάθε κεφάλαιο συνδέεται με τα προηγούμενα, με αόρατους αλλά υπαρκτούς δεσμούς τάξης και αρμονίας, καθορισμένους από τον κύριο στόχο του συγγραφέα: την αναζήτηση του ιερού και του τέλειου.

Ο τίτλος του βιβλίου, λιτός αλλά πλήρης νοήματος, αποτελεί δήλωση εκ μέρους του συγγραφέα προς τον αναγνώστη, σχετικά με την κάθοδο της Σέιομπο “εκεί κάτω”, εδώ κάτω, στον φθαρτό κόσμο των ανθρώπων. Ποια είναι όμως η Σέιομπο; Σύμφωνα με την ιαπωνική, με ρίζες στην Κίνα, παράδοση, η Σέιομπο είναι η Βασίλισσα Μητέρα της Δύσης. Κατοικεί στα όρη Κουνλούν και κατέχει τους κήπους με τις ροδακινιές της αθανασίας, οι οποίες ανθίζουν και καρποφορούν κάθε τρεις χιλιάδες χρόνια και χαρίζουν σε όποιον γευτεί τους καρπούς τους την αιώνια ζωή. Η Σέιομπο είναι πανίσχυρη, μπορεί να εξαπολύσει καταστροφικές καταιγίδες και να επιβάλει την κοσμική ισορροπία, ενώ η θεϊκή της τελειότητα είναι δυνητικά επικίνδυνη ακόμα και όταν προσεγγίζεται με σεβασμό. Η μεταφράστρια του βιβλίου επιλέγει, πολύ εύστοχα κατά την άποψή μου, να χρησιμοποιήσει στον ελληνικό τίτλο το ρήμα “πέρασε” αν και αυτό δεν υπάρχει στον πρωτότυπο, ουγγρικό τίτλο. Κι αυτό γιατί, η Σέιομπο, ως έκφραση της απόλυτης, της υψηλής, της ιερής ομορφιάς, δεν ανήκει στον κόσμο μας. Περνάει, κάποιες φορές για μια στιγμή μονάχα, και αγγίζει ένα αντικείμενο, ένα πλάσμα, έναν άνθρωπο. Κι αν ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης, νιώσει την πνοή από το πέρασμά της, παλεύει απεγνωσμένα να αποτυπώσει την ιερή αυτή πνοή στο έργο του.

Ένα στοιχείο στη γραφή του Κρασναχορκάι, που εντυπωσιάζει, και ίσως κουράζει στην αρχή του βιβλίου, είναι οι τεράστιες περίοδοι που χρησιμοποιούνται. Γρήγορα όμως, ο αναγνώστης ανακαλύπτει μέσα τους, μια εσωτερική και μη σημειωμένη στο χαρτί στίξη, η οποία τον βοηθά να ακολουθήσει τον συγγραφέα στους δεκαεπτά σταθμούς της αφήγησής του. Σε κάθε μία από τις αφηγήσεις, αποτυπώνεται, με τρόπο αριστοτεχνικό, η μυστική κάθοδος της Σέιομπο στον κόσμο των ανθρώπων. Ενδεικτικά, μπορούμε να σχολιάσουμε σύντομα κάποιες από τις αφηγήσεις. Στην πρώτη αφήγηση, στις όχθες του ποταμού Καμό στο Κιότο, η μυστηριακή ενσάρκωση της Σέιομπο συντελείται μέσω ενός αργυροτσικνιά ο οποίος περιμένει ακίνητος τη λεία του. Η ακινησία του, πράξη ύψιστης πνευματικότητας, δημιουργεί μια εικόνα απόλυτης, ιερής ομορφιάς που μαρτυρεί την παρουσία της Σέιομπο. Όταν τελικά το πουλί κινείται για να αρπάξει τη λεία του, η εικόνα της απόλυτης ομορφιάς ολοκληρώνεται. Η θορυβώδης και σε διαρκή κίνηση πόλη, όμως, αδυνατεί να αντιληφθεί το μεγαλείο της στιγμής. Αδυνατεί να δει τη Σέιομπο.

Στην τρίτη αφήγηση, ακολουθούμε τη σειρά των γεγονότων από την αποσυναρμολόγηση του αγάλματος του Βούδα έως τη μεταφορά του στο εργαστήριο συντήρησης και την επιστροφή του πάλι στον ναό. Μάταια περιμένουμε την εμφάνιση της Σέιομπο την ώρα της μεγαλοπρεπούς ιερής τελετής επιστροφής του ανακαινισμένου αγάλματος. Η θεά αρνείται να εμφανιστεί στο πλήθος των πιστών. Επιλέγει να φανερωθεί στον γέροντα ηγούμενο του ναού, μετά τη λήξη της τελετής, μέσα από τη σιωπηλή επαφή του με ένα μυρμήγκι, ένα ταπεινό, αλλά τέλειο ως ύπαρξη, πλάσμα του μικρόκοσμου, το οποίο μαρτυρεί τη θεϊκή παρουσία στον κόσμο.

Στην, κατά τη γνώμη μου συγκλονιστική, τέταρτη αφήγηση, ο αναγνώστης ακολουθεί τον ήρωα ο οποίος περιπλανώμενος στη Βενετία, αναζητά έναν συγκεκριμένο πίνακα. Όταν τελικά έρχεται αντιμέτωπος με την εικόνα του νεκρού Χριστού με το γερμένο κεφάλι, ο ήρωας βυθίζεται σε μια κατάσταση που αγγίζει τα όρια της τρέλας. Μέσα στην απόλυτη προσήλωσή του, βιώνει μια τρομακτική παραίσθηση: νομίζει ότι τα κλειστά μάτια του νεκρού Χριστού ανοίγουν και τον κοιτάζουν. Η εμπειρία αυτή, σε συνδυασμό με την ανάμνηση της δήλωσης του πάπα Βενέδικτου ότι “και όμως η κόλαση υπάρχει”, τον συγκλονίζει συθέμελα και τον οδηγεί σε υπαρξιακή αγωνία. Κατά την άποψή μου, η Σέιομπο εμφανίζεται, σύμφωνα με τη βούληση του συγγραφέα, τη στιγμή που ανοίγουν τα μάτια του εικονιζόμενου στο έργο Χριστού. Σαφώς και η Σέιομπο δεν είναι ο Χριστός. Η Σέιομπο, περνά ως μια στιγμιαία και αβάσταχτη παρουσία και τρομοκρατεί τον ήρωα μετατρέποντάς τον από θεατή του ιερού σε θεώμενο και ελεγχόμενο από το ιερό. Ο συγγραφέας δηλώνει με σκληρό τρόπο ότι ο σύγχρονος άνθρωπος ζητά να γνωρίσει το ιερό επιφανειακά, αισθητικά και μόνο εξ αποστάσεως ως παρατηρητής, αποφεύγοντας τη διαλεκτική σχέση μαζί του γιατί αν αυτό συμβεί θα φανερωθεί η φθαρτή, αδύναμη, μη άξια ύπαρξή του.

Στην πέμπτη αφήγηση, “Στην Ακρόπολη” ένας μοναχικός άνδρας επισκέπτεται την Ακρόπολη με την επιθυμία να βιώσει την αυθεντική, ιερή ατμόσφαιρα του Παρθενώνα. Ωστόσο, έρχεται αντιμέτωπος με το χάος του μαζικού τουρισμού: πλήθη ανθρώπων που φωτογραφίζουν αδιάκοπα, θόρυβος και μια γενική αίσθηση πνευματικής πτώσης. Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με ένα εκτυφλωτικό φως που δεν του επιτρέπει να θαυμάσει τα μνημεία του ιερού βράχου. Ίσως το φως αυτό να δημιουργήθηκε από την γραφή του Κρασναχορκάι ως συμβολισμός της παρουσίας της Σέιομπο, ως συμβολισμός της τελειότητας, ως συμβολισμός της υψηλής τέχνης που γέννησε τα σπουδαία μνημεία και την οποία εμείς, ως απλοί θεατές, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Η συγκεκριμένη αφήγηση, από την αρχή έως και το τέλος της, παρουσιάζει τον αγώνα του ήρωα να ξεπεράσει το «θέαμα» για να φτάσει στην ουσία και, καταλήγει, στη θλιβερή συνειδητοποίηση της απόστασης που χωρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο από το αληθινά τέλειο, από το αληθινά υψηλό.

Στην όγδοη αφήγηση, παρακολουθούμε την πορεία της καθόδου και της ενσάρκωσης της Σέιομπο μέσω ενός σπουδαίου ηθοποιού του θεάτρου Νο. Ο Ινόουε Καζούγιουκι, αντιμετωπίζει την τέχνη του όχι ως επάγγελμα, αλλά ως μια σκληρή θρησκευτική άσκηση. Ζει σε μια κατάσταση διαρκούς εσωτερικής εγρήγορσης, όπου κάθε πρόβα και κάθε κίνηση αποσκοπούν στον απόλυτο έλεγχο του σώματος και της ψυχής. Κάθε φορά που ετοιμάζεται για την παράσταση, παραμερίζει κάθε δικό του συναίσθημα, καταργεί στην πραγματικότητα το δικό του εγώ, ώστε τη στιγμή που θα φορέσει τη μάσκα να γίνει ο άξιος αγωγός μέσω του οποίου θα φανερωθεί στον κόσμο η Σέιομπο. Η ζωή του Ινόουε είναι μια διαρκής θυσία, εν αναμονή της στιγμής της ιερής συνάντησης με τη θεά. Μέσα από την αφήγηση της καθημερινότητας του Ινόουε, ο Κρασναχορκάι δηλώνει ότι η αληθινή τέχνη δεν είναι αναπαράσταση, αλλά πραγματική επαφή με μια ανώτερη τάξη πραγμάτων.

Αν θελήσουμε να δώσουμε έναν χαρακτηρισμό στο βιβλίο που διαβάσαμε, μπορούμε να πούμε ότι σίγουρα δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά μια σπονδυλωτή σπουδή πάνω στην ιερότητα, την ομορφιά και την αγωνία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μέσα στις σελίδες του, ο συγγραφέας φέρνει σε διάλογο τον βουδισμό, τον σιντοϊσμό, την αρχαία ελληνική σκέψη και τη χριστιανική παράδοση, δείχνοντας ότι η ανάγκη της αναζήτησης του απόλυτου είναι καθολική και όχι πολιτισμικά περιορισμένη. Μέσα στις σελίδες του, εξαίρεται η Τέχνη ως μία ιερή, ασκητική πράξη. Μία πράξη που αναγκάζει τον καλλιτέχνη να βιώνει μια μοναχική πορεία, υποφέροντας πολλές φορές, όπως ο Ζεάμι στην εξορία ή ο καλλιτέχνης στον λάκκο με το χωμάτινο άλογο. Επίσης, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, αναδεικνύεται η μυστική εσωτερική ομορφιά που υπάρχει σε κάθε έργο τέχνης και η οποία παραμένει αόρατη σε όσους δεν διαθέτουν την πνευματική “εξουσιοδότηση” να τη δουν. Μέσα στις σελίδες του, τονίζεται η τύφλωση του σύγχρονου κόσμου, η γεννημένη από τη βαρβαρότητα της μαζικής κατανάλωσης. Μέσα στις σελίδες του προβάλλεται ο αγώνας της Τέχνης ενάντια στη λήθη. Αυτά και άλλα ίσως, τα οποία δεν μπορέσαμε να συλλάβουμε, συντελούνται υπό το άγρυπνο βλέμμα της Σέιομπο, της οποίας το πέρασμα από εδώ κάτω, γεννά χρέος μεγάλο. Ο άνθρωπος, αν και ένα “σκέτο ξέφτι” μπροστά στο γαλάζιο του άπειρου, οφείλει να αναζητά τη σύνδεση με το υψηλό, με το θείο, όποιο κι αν είναι το τίμημα της αναζήτησής του.


[Λάσλο Κρασναχορκάι, Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω, Εκδόσεις  ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2019 & 2025]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου