Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

 

Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!, του Γουίλιαμ Φώκνερ

    Πολλές φορές επιλέγουμε ενστικτωδώς, αυτόματα ίσως, τον τίτλο του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουμε. Κάποιοι θα πουν ότι δεν υφίσταται το στοιχείο του ενστίκτου ή του αυτοματισμού σε οποιαδήποτε, απλή ή σύνθετη, επιλογή της ζωής μας. Πάντα υπάρχει το αίτιο, αόρατο ίσως αλλά υπαρκτό.

    Δεχόμενος την άποψη της ύπαρξης αιτίου, σκέφτομαι ότι πίσω από την «ενστικτώδη» επιλογή τούτου του βιβλίου, δεν μπορεί να κρύβεται άλλο αίτιο εκτός από τον τίτλο του. Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! Η κραυγή του βασιλιά Δαυίδ μπροστά στο άψυχο κορμί του τριτότοκου γιου του, ο οποίος παρασυρμένος από την εξαιρετική ομορφιά του και την αγάπη του λαού προς το πρόσωπό του, εξεγέρθη εναντίον της βασιλικής και πατρικής εξουσίας και εν τέλει, τιμωρήθηκε πεθαίνοντας βίαια ως συνέπεια της ύβρεως που είχε συντελεστεί.

    Βιβλικό το περιεχόμενο, λοιπόν, του μυθιστορήματος του Φώκνερ; Δίχως αμφιβολία, όχι. Το βιβλίο μιλά για τον αμερικανικό νότο, θα πει κάποιος αναγνώστης. Α, θα εξεγερθεί άλλος αναγνώστης, διαβάσαμε το " Όσα παίρνει ο Άνεμος" της Μάργκαρετ Μίτσελ, το είδαμε και -τρεις ολόκληρες ώρες- στον κινηματογράφο, φτάνει πια με τον αμερικανικό νότο! Αν αντιμετωπίσουμε το έργο αυτό του Φώκνερ ως μια ηθογραφική εξιστόρηση, θα έχουμε διαπράξει ένα μεγάλο ατόπημα και μια μεγάλη αδικία για τον συγγραφέα. Κι αυτό, διότι το κυρίαρχο στοιχείο σε αυτό το σπουδαίο βιβλίο είναι το στοιχείο της τραγικότητας στη ζωή του ανθρώπου. Από καταβολής κόσμου, το τραγικό συντροφεύει τον άνθρωπο. Αοράτως, ελέγχει την τήρηση των αρχέγονων νόμων και επιβάλει τη μεγίστη των ποινών. Την πτώση. Η οικογενειακή συμφορά και τα ανθρώπινα πάθη, που υποτάσσουν τους ήρωες στην ανελέητη μοίρα, αποτελούν τον πυρήνα ετούτου του βιβλίου. Και γύρω από αυτόν τον πυρήνα ο Φώκνερ με αριστοτεχνικό τρόπο, πολλές φορές λες και είναι βυθισμένος σε πυρετικό παραλήρημα, κραυγάζει ενάντια στο άδικο. Ενάντια στο προαιώνιο άδικο που καταδυναστεύει τη γυναίκα, ενάντια στο άδικο που γεννά το βδέλυγμα του φυλετικού ρατσισμού, ενάντια στο κοινωνικά άδικο.

    Ο ζεστός αέρας του αμερικανικού νότου με την ευωδιά της ανθισμένης γλυσίνας, συμπαρασύρει κι εμάς, τους εν ανάγκη αναγνώστες και μας  φέρνει στο Κατοστάρι του Σάτπεν. Παλεύουμε να φωνάξουμε, να προειδοποιήσουμε τους ήρωες για τα επερχόμενα δεινά, μα η φωνή μας, άφωνη. Τη μοίρα του, μας θυμίζει ο Φώκνερ, μόνος του τη γεννά ο άνθρωπος. Και μόνος του την αντιμετωπίζει…

 

[Γουίλιαμ Φώκνερ, Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ!, μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδόσεις Gutenberg, Ιούνιος 2021]

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

  Οινοχόος, της Φωτεινής Εμμ. Σεγρεδάκη

    Τη γενναιότητα των ποιητών, πάντα τη θαύμαζα.

    Δίχως φόβο, κατάματα αντικρίζουν τη ζωή σε όλες τις ώρες της, ηλιοκυβέρνητες ή σκιερές. Και, στο άλικο της ψυχής τους αφού την πένα τους βυθίσουν, χαράσσουν στο χαρτί αίνους δοξαστικούς ή και θρήνους βουβούς, για το Φως, για την Εξύψωση μα και την Πτώση.

    Γράφουν οι ποιήτριες και οι ποιητές μονάχα για τον εαυτό τους; Σίγουρα, αναζητούν βάλσαμο για τις δικές τους τις πληγές. Μα, σαν τη γιατρειά τους βρουν, δεν την κρατούν κρυφή μες στης ψυχής τα δώματα. Την ιστορούν με λόγια όμορφα και ξόμπλια ταιριαστά και χάρισμα τη στέλνουν. Κι εμείς, οι ταπεινοί αναγνώστες, νιώθουμε πως για εμάς γεννήθηκε η γραφή η ποιητική. Γιατί κοινή η μοίρα, κοινός και ο δρόμος των ανθρώπων.

    Η Φωτεινή (όταν για πρόσωπα μιλούμε, θαρρώ οι προσφωνήσεις και οι τίτλοι είναι στοιχεία περιττά), με γενναιοδωρία αρχοντική, μας προσκαλεί μέσα από τις σελίδες του Οινοχόου της, σε συμπόσιο. Σωστή οικοδεσπότισσα, μας προσφέρει τον πνευματικό της μόχθο απλόχερα. Και μας θυμίζει πως η σπίθα, καλά φωλιασμένη μέσα μας, περιμένει. Ν’ ανάψει όλες τις φωτιές που ορίστηκαν στου καθενός τον βίο… 



Τρίτη 18 Μαΐου 2021

Ανάγνωσης Σκέψεις

 

Δακρυγόνες Αναμνήσεις, του Κυριάκου Στρατουδάκη

       Νύχτα.

    Σε μια γωνιά του κήπου μας, όπου της νύχτας το λουλούδι αγώνα κάνει με το αγιόκλημα ποιο την ψυχή θα καταφέρει να λιγώσει, τη δεύτερη ανάγνωση των Δακρυγόνων Αναμνήσεων του Κυριάκου Στρατουδάκη, αρχινώ. Κάτω απ’ το Φως του φεγγαριού, γιατί ποτέ του το απόλυτο σκοτάδι χαρά δε μου ‘δωσε.

    Νύχτα. Σίγουρα, όχι γιατί μια έκπτωτη διάθεση ρομαντισμού με τριγυρίζει αλλά γιατί τη νύχτα οι πύλες αίρονται και οι αναμνήσεις, τον δρόμο που βγάζει στο κατώφλι της ψυχής, βρίσκουν. Στέκουν υπομονετικές, μέχρι ν’ ακούσουν σύρτες και μάνταλα να πέφτουν και τα βαριά θυρόφυλλα ν' ανοίγουν για χάρη τους.

    Ανοίγω το βιβλίο του Κυριάκου και μελετώ τα σημάδια της πένας του ποιητή που τόλμησε να αφηγηθεί τον δικό του μα και κάθε ανθρώπου, παρελθόντα χρόνο.

    Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, βλέπω τις αναμνήσεις να αναδύονται από τις σελίδες του βιβλίου. Πανώριες κόρες, λυγερόκορμες, που, με ληκύθους δακρύων στα χέρια, χοές προσφέρουν στις ώρες του Χθες. Για να μη σβήσουν, για να μη γίνουν σκιές.

    Διαβάζω το βιβλίο και κάθε σελίδα γεννά την ίδια επιβεβαίωση. Σπουδαίο το κράτος των αναμνήσεων. Στο ταξίδι τους, φέρνουν το φως του παρελθόντος και σβήνουν το σκοτάδι του παρόντος.

    Διαβάζω το βιβλίο και συλλογίζομαι. Μεγάλο γιατρικό η γραφή. Ο ποιητής, παλεύει να βρει τη δύναμη να αφηγηθεί και βάλσαμο να στάξει στις πληγές του. Αλλά όχι μονάχα στις δικές του μα και σ’ αυτές του, πάντα εν ανάγκη, αναγνώστη...

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

 

Διηγήματα, της Ρέας Γαλανάκη
 

Τον εγκλεισμό του σώματος και της Ψυχής, βάλθηκα να ζυγιάσω μες στη νύχτα. Στους δίσκους ενός αόρατου ζυγού, απόθεσα την ιδέα του έγκλειστου κορμιού από τη μια και αυτήν της έγκλειστης Ψυχής από την άλλη. Ταράχτηκα βλέποντας τον δίσκο της Ψυχής να γέρνει αργά. Μα δε φοβήθηκα. Έμαθα, χρόνια τώρα, το γιατρικό για να την κάνω να αλαφραίνει. Και βρίσκω το αμέσως. Όχι στο αποστειρωμένο και γυαλιστερό κουτί με τα ιάματα ( τι τρέλα, αλήθεια, να τα λέμε φάρμακα ή μήπως δηλητήρια όντως είναι; ) μα στα μεγάλα ξύλινα ράφια όπου κουρνιάζουν σιωπηλά, του Νου και της Ψυχής σπουδαίων Ανθρώπων έργα, τα Βιβλία. Έναν κανόνα έχω ορίσει. Όσα δεν έχουν ακόμη τον σκοπό τους εκπληρώσει, πλαγιαστά τα βάζω, ανάπαυση να βρουν πριν τη μεγάλη μάχη. Μα όσα έχουν την αποστολή τους εκτελέσει, όρθια τα στέκω και ορίζω τα φρουρούς ακοίμητους στου ερέβους την ορθάνοιχτη την πύλη. Κι αυτά, μήτε ένα βήμα, του σκοταδιού δεν επιτρέπουν, στη φωτερή αυλή του κόσμου μου να σύρει.

Απόψε διάλεξα της Ψυχής μου, και της δικής σας αν το θελήσετε, συντροφιά, τα Διηγήματα της Ρέας Γαλανάκη. Μόλις στα χέρια σου το βιβλίο πάρεις, ένα εξώφυλλο όμορφο, ελπιδοφόρο, σε καλωσορίζει. Ένα αλογάκι της Παναγιάς, στην πρώτη του νιότη, ακροβατεί σε μιαν αόρατη κλωστή απάνω, ανάμεσα στο Φως και στο σκοτάδι. Ξεκάθαρο είναι θαρρώ, το Φως πως το ‘χει κερδίσει.

Σαν όνειρο, μοιάζει το Βιβλίο τούτο. Θαρρείς πως σ’ έναν δρόμο περπατάς κι αριστερά και δεξιά σου έντεκα θύρες σφαλιστές, προσμένουν διάπλατα να τις ανοίξεις. Χωρίς κλειδιά, μ’ ένα σου νεύμα, μ’ ένα σου «θέλω, λαχταρώ να δω»…

Στο άνοιγμα της κάθε θύρας, γίνεσαι μάρτυρας ορατών και αοράτων. Τη μια, η μνήμη τη λήθη αντιπαλεύει. Την άλλη, η αδιαφορία τη συμπόνοια για τ’ ανθρώπινα πασχίζει να συντρίψει. Σε άλλη θύρα, βλέπεις το μαυρόασπρο να προσπαθεί τα εντός του χρώματα στο άχρωμο-χρωματιστό να φέρει. Και σε μιαν άλλη θύρα, βλέπεις παλιούς σου γνώριμους, σε ένα καινούργιο γεύμα σε παλιό σερβίτσιο να παρακάθονται. Σ’ αυτό το γεύμα, παρακάλεσα να με δεχτούν οι αγαπημένοι και αξέχαστοι συνδαιτημόνες: η Ελένη, ο Ανδρέας, ο Εμμανουήλ…

Άδικο θα ‘ταν πιο πολλά να γράψω και τη μαγεία του βιβλίου να χαλάσω. Ο αναγνώστης, καλύτερα μονάχος του, μες στις σελίδες των Διηγημάτων της Ρέας Γαλανάκη, τον δρόμο του να βρει. Κλείνω την ταπεινή γραφή μου, μ’ έναν σπουδαίο λόγο που άκουσα ν’ αντιβοά, η έκτη θύρα σαν άνοιξε εμπρός μου: «… Παλιό είναι το σώμα που μπορεί να οραματίζεται το μέλλον του, παλιό είναι αυτό που ξέρει ότι θα καταργηθεί από ένα δικό του όνειρο, γι΄ αυτό τον λόγο το παλιό δεν χάνεται, ξαναγεννιέται μέσα απ’ το καινούργιο…»


Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Ανάγνωσης Σκέψεις


σιλάνς σιλβουπλέ, της Μαρινέλλας Βλαχάκη



Από την πρώτη σελίδα κιόλας αυτού του μυθιστορήματος, νιώθεις πως κρατάς στα χέρια σου ένα ημερολόγιο. Το ημερολόγιο μιας ολόκληρης γενιάς. Κι είναι με τέτοιο τρόπο γραμμένο που θαρρείς, αν ανήκεις σ’ αυτή τη γενιά, πως έχει τις μνήμες κάποιου συγγενικού σου προσώπου ή και τις δικές σου.

            Κάθε σελίδα και μια καταγραφή ενός από τα μύρια δεινά που ταλάνισαν τους ανθρώπους των μεταπολεμικών χρόνων. Ο εμφύλιος, η μοναξιά, η μοίρα των κοριτσιών από φτωχή οικογένεια, ο φόβος για τα πάντα και τα ψυχολογικά προβλήματα που αυτός γεννούσε, η έλλειψη εκδήλωσης αγάπης των γονέων προς τα παιδιά, η ενοχοποίηση του ανθρώπινου σώματος, του έρωτα μα και της τέχνης που μιλά για τον έρωτα, οι μαθησιακές δυσκολίες των παιδιών, οι γονικές προσδοκίες και τόσα άλλα… Όλα αυτά, τα βιώνει η ηρωίδα μα δεν βρίσκει τη δύναμη να μιλήσει, να φωνάξει, να διαμαρτυρηθεί. Καταδικασμένη σε μια επιβεβλημένη από τους άλλους σιωπή υποταγής, πορεύεται στη ζωή της. Καταφέρνει όμως να γράψει γι’ αυτά. Αλλά είναι τόσος ο φόβος της μην αποκαλυφθούν τα μυστικά της, που τα αφήνει στη φύλαξη της μάνας γης, τα κρύβει σε μια εσοχή ενός βράχου.

            Γιατί όμως γράφει η ηρωίδα, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Ίσως για να μην ξεχάσει. Να μην ξεχάσει τα κακοπαθήματά της; Σίγουρα, όχι. Γράφει, για να μην ξεχάσει πως χρέος απέναντι στην ύπαρξή της έχει, να κλείσει τις βαθιές πληγές της, να αρνηθεί κάθε είδους επιβολή, να νικήσει τις σκιές της και να διεκδικήσει αυτά που άθελά τους ή και ηθελημένα, της στέρησαν οι άλλοι. Αισιοδοξία, ελευθερία, αλήθεια, υγεία, ζωή.

            Διαβάζοντας τα γραφτά με τις σκέψεις και τις εξομολογήσεις της ηρωίδας, την ακολουθούμε στις δύσκολες ώρες της θλίψης, της απογοήτευσης και των κρίσεων της ψυχής της. Οι σκιές κάθονται και στο δικό μας στομάχι και η φωνή μας σβήνει μαζί με τη δική της. Ακολουθούμε όμως την ηρωίδα και στις όμορφες, δεν έχει σημασία αν είναι ελάχιστες, ώρες. Όπως τότε που πήρε υπό την προστασία της το κουκουβαγάκι. Τότε που το υιοθέτησε και έβαλε τα δυνατά της να του προσφέρει σα στοργική μάνα την αγάπη που του άξιζε, την αγάπη που εκείνη δεν είχε λάβει.

            Τελειώνοντας την ανάγνωση αυτού του θαυμάσιου μυθιστορήματος, σκέφτομαι πως, πράγματι, όσο κι αν οι αρμοί της βάρκας της ζωής μας έχουν διαρκώς ανάγκη από καλαφάτισμα, όσο κι αν οι φουρτούνες διαδέχονται η μια την άλλη, θα τη βρούμε την ξαστεριά. Να το θυμόμαστε...