Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω, του Λάσλο Κρασναχορκάι

Ούγγρος στην καταγωγή, ο βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2025 Λάσλο Κρασναχορκάι, μυθιστοριογράφος και σεναριογράφος, γνωστός για τα “δύσκολα”, σύμφωνα με την άποψη πολλών, μυθιστορήματά του. Κατά τον Τζέιμς Γουντς του New Yorker, μεταμοντέρνος συγγραφέας, με δυστοπικά και μελαγχολικά θέματα, κατά την Σούζαν Σόνταγκ όμως, “ο σύγχρονος Ούγγρος τεχνίτης της αποκάλυψης που έλκει τη σύγκριση με τον Ρώσο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ και τον Αμερικανό Χέρμαν Μέλβιλ”.

Το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας και έχει τίτλο “Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω”, σίγουρα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μυθιστόρημα με την παραδοσιακή έννοια. Ο ίδιος ο Κρασναχορκάι αποφεύγει συνήθως τους ειδολογικούς χαρακτηρισμούς, προτιμώντας να βλέπει τα έργα του ως πνευματικές διαδρομές. Σε μια πνευματική διαδρομή λοιπόν, καλούμαστε να ακολουθήσουμε τον συγγραφέα, ο οποίος παλεύει να βρει σημάδια της εμπειρίας του ιερού και του τέλειου μέσα στον σύγχρονο, αποϊεροποιημένο κόσμο. Δεκαεπτά στάσεις καλούμαστε να κάνουμε σε αυτή τη διαδρομή μέσα από δεκαεπτά αφηγήσεις σε διαφορετικό τόπο και χρόνο η κάθε μία. Δεκαεπτά αυτοτελείς ιστορίες, ανεξάρτητες μεταξύ τους; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Ο συγγραφέας, σε αυτό το ερώτημα, δίνει ως απάντηση την, πραγματικά πρωτότυπη, αρίθμηση των αφηγήσεων. Η αρίθμηση, όπως μπορούμε να δούμε στα περιεχόμενα, είναι σύμφωνη με την ακολουθία Fibonacci στην οποία, κάθε αριθμός προστιθέμενος με τον προηγούμενό του, δημιουργεί τον επόμενο αριθμό. Η ακολουθία Fibonacci υπάρχει στον κανόνα της χρυσής τομής και τη συναντούμε παντού, στη φύση, στην επιστήμη, στο άπειρο σύμπαν και βέβαια, στις βασικές αρχές της τέχνης, την τάξη και την αρμονία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι όπως αναπτύσσεται σταδιακά η ακολουθία αριθμών Fibonacci, έτσι και στο βιβλίο κάθε κεφάλαιο συνδέεται με τα προηγούμενα, με αόρατους αλλά υπαρκτούς δεσμούς τάξης και αρμονίας, καθορισμένους από τον κύριο στόχο του συγγραφέα: την αναζήτηση του ιερού και του τέλειου.

Ο τίτλος του βιβλίου, λιτός αλλά πλήρης νοήματος, αποτελεί δήλωση εκ μέρους του συγγραφέα προς τον αναγνώστη, σχετικά με την κάθοδο της Σέιομπο “εκεί κάτω”, εδώ κάτω, στον φθαρτό κόσμο των ανθρώπων. Ποια είναι όμως η Σέιομπο; Σύμφωνα με την ιαπωνική, με ρίζες στην Κίνα, παράδοση, η Σέιομπο είναι η Βασίλισσα Μητέρα της Δύσης. Κατοικεί στα όρη Κουνλούν και κατέχει τους κήπους με τις ροδακινιές της αθανασίας, οι οποίες ανθίζουν και καρποφορούν κάθε τρεις χιλιάδες χρόνια και χαρίζουν σε όποιον γευτεί τους καρπούς τους την αιώνια ζωή. Η Σέιομπο είναι πανίσχυρη, μπορεί να εξαπολύσει καταστροφικές καταιγίδες και να επιβάλει την κοσμική ισορροπία, ενώ η θεϊκή της τελειότητα είναι δυνητικά επικίνδυνη ακόμα και όταν προσεγγίζεται με σεβασμό. Η μεταφράστρια του βιβλίου επιλέγει, πολύ εύστοχα κατά την άποψή μου, να χρησιμοποιήσει στον ελληνικό τίτλο το ρήμα “πέρασε” αν και αυτό δεν υπάρχει στον πρωτότυπο, ουγγρικό τίτλο. Κι αυτό γιατί, η Σέιομπο, ως έκφραση της απόλυτης, της υψηλής, της ιερής ομορφιάς, δεν ανήκει στον κόσμο μας. Περνάει, κάποιες φορές για μια στιγμή μονάχα, και αγγίζει ένα αντικείμενο, ένα πλάσμα, έναν άνθρωπο. Κι αν ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης, νιώσει την πνοή από το πέρασμά της, παλεύει απεγνωσμένα να αποτυπώσει την ιερή αυτή πνοή στο έργο του.

Ένα στοιχείο στη γραφή του Κρασναχορκάι, που εντυπωσιάζει, και ίσως κουράζει στην αρχή του βιβλίου, είναι οι τεράστιες περίοδοι που χρησιμοποιούνται. Γρήγορα όμως, ο αναγνώστης ανακαλύπτει μέσα τους, μια εσωτερική και μη σημειωμένη στο χαρτί στίξη, η οποία τον βοηθά να ακολουθήσει τον συγγραφέα στους δεκαεπτά σταθμούς της αφήγησής του. Σε κάθε μία από τις αφηγήσεις, αποτυπώνεται, με τρόπο αριστοτεχνικό, η μυστική κάθοδος της Σέιομπο στον κόσμο των ανθρώπων. Ενδεικτικά, μπορούμε να σχολιάσουμε σύντομα κάποιες από τις αφηγήσεις. Στην πρώτη αφήγηση, στις όχθες του ποταμού Καμό στο Κιότο, η μυστηριακή ενσάρκωση της Σέιομπο συντελείται μέσω ενός αργυροτσικνιά ο οποίος περιμένει ακίνητος τη λεία του. Η ακινησία του, πράξη ύψιστης πνευματικότητας, δημιουργεί μια εικόνα απόλυτης, ιερής ομορφιάς που μαρτυρεί την παρουσία της Σέιομπο. Όταν τελικά το πουλί κινείται για να αρπάξει τη λεία του, η εικόνα της απόλυτης ομορφιάς ολοκληρώνεται. Η θορυβώδης και σε διαρκή κίνηση πόλη, όμως, αδυνατεί να αντιληφθεί το μεγαλείο της στιγμής. Αδυνατεί να δει τη Σέιομπο.

Στην τρίτη αφήγηση, ακολουθούμε τη σειρά των γεγονότων από την αποσυναρμολόγηση του αγάλματος του Βούδα έως τη μεταφορά του στο εργαστήριο συντήρησης και την επιστροφή του πάλι στον ναό. Μάταια περιμένουμε την εμφάνιση της Σέιομπο την ώρα της μεγαλοπρεπούς ιερής τελετής επιστροφής του ανακαινισμένου αγάλματος. Η θεά αρνείται να εμφανιστεί στο πλήθος των πιστών. Επιλέγει να φανερωθεί στον γέροντα ηγούμενο του ναού, μετά τη λήξη της τελετής, μέσα από τη σιωπηλή επαφή του με ένα μυρμήγκι, ένα ταπεινό, αλλά τέλειο ως ύπαρξη, πλάσμα του μικρόκοσμου, το οποίο μαρτυρεί τη θεϊκή παρουσία στον κόσμο.

Στην, κατά τη γνώμη μου συγκλονιστική, τέταρτη αφήγηση, ο αναγνώστης ακολουθεί τον ήρωα ο οποίος περιπλανώμενος στη Βενετία, αναζητά έναν συγκεκριμένο πίνακα. Όταν τελικά έρχεται αντιμέτωπος με την εικόνα του νεκρού Χριστού με το γερμένο κεφάλι, ο ήρωας βυθίζεται σε μια κατάσταση που αγγίζει τα όρια της τρέλας. Μέσα στην απόλυτη προσήλωσή του, βιώνει μια τρομακτική παραίσθηση: νομίζει ότι τα κλειστά μάτια του νεκρού Χριστού ανοίγουν και τον κοιτάζουν. Η εμπειρία αυτή, σε συνδυασμό με την ανάμνηση της δήλωσης του πάπα Βενέδικτου ότι “και όμως η κόλαση υπάρχει”, τον συγκλονίζει συθέμελα και τον οδηγεί σε υπαρξιακή αγωνία. Κατά την άποψή μου, η Σέιομπο εμφανίζεται, σύμφωνα με τη βούληση του συγγραφέα, τη στιγμή που ανοίγουν τα μάτια του εικονιζόμενου στο έργο Χριστού. Σαφώς και η Σέιομπο δεν είναι ο Χριστός. Η Σέιομπο, περνά ως μια στιγμιαία και αβάσταχτη παρουσία και τρομοκρατεί τον ήρωα μετατρέποντάς τον από θεατή του ιερού σε θεώμενο και ελεγχόμενο από το ιερό. Ο συγγραφέας δηλώνει με σκληρό τρόπο ότι ο σύγχρονος άνθρωπος ζητά να γνωρίσει το ιερό επιφανειακά, αισθητικά και μόνο εξ αποστάσεως ως παρατηρητής, αποφεύγοντας τη διαλεκτική σχέση μαζί του γιατί αν αυτό συμβεί θα φανερωθεί η φθαρτή, αδύναμη, μη άξια ύπαρξή του.

Στην πέμπτη αφήγηση, “Στην Ακρόπολη” ένας μοναχικός άνδρας επισκέπτεται την Ακρόπολη με την επιθυμία να βιώσει την αυθεντική, ιερή ατμόσφαιρα του Παρθενώνα. Ωστόσο, έρχεται αντιμέτωπος με το χάος του μαζικού τουρισμού: πλήθη ανθρώπων που φωτογραφίζουν αδιάκοπα, θόρυβος και μια γενική αίσθηση πνευματικής πτώσης. Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με ένα εκτυφλωτικό φως που δεν του επιτρέπει να θαυμάσει τα μνημεία του ιερού βράχου. Ίσως το φως αυτό να δημιουργήθηκε από την γραφή του Κρασναχορκάι ως συμβολισμός της παρουσίας της Σέιομπο, ως συμβολισμός της τελειότητας, ως συμβολισμός της υψηλής τέχνης που γέννησε τα σπουδαία μνημεία και την οποία εμείς, ως απλοί θεατές, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Η συγκεκριμένη αφήγηση, από την αρχή έως και το τέλος της, παρουσιάζει τον αγώνα του ήρωα να ξεπεράσει το «θέαμα» για να φτάσει στην ουσία και, καταλήγει, στη θλιβερή συνειδητοποίηση της απόστασης που χωρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο από το αληθινά τέλειο, από το αληθινά υψηλό.

Στην όγδοη αφήγηση, παρακολουθούμε την πορεία της καθόδου και της ενσάρκωσης της Σέιομπο μέσω ενός σπουδαίου ηθοποιού του θεάτρου Νο. Ο Ινόουε Καζούγιουκι, αντιμετωπίζει την τέχνη του όχι ως επάγγελμα, αλλά ως μια σκληρή θρησκευτική άσκηση. Ζει σε μια κατάσταση διαρκούς εσωτερικής εγρήγορσης, όπου κάθε πρόβα και κάθε κίνηση αποσκοπούν στον απόλυτο έλεγχο του σώματος και της ψυχής. Κάθε φορά που ετοιμάζεται για την παράσταση, παραμερίζει κάθε δικό του συναίσθημα, καταργεί στην πραγματικότητα το δικό του εγώ, ώστε τη στιγμή που θα φορέσει τη μάσκα να γίνει ο άξιος αγωγός μέσω του οποίου θα φανερωθεί στον κόσμο η Σέιομπο. Η ζωή του Ινόουε είναι μια διαρκής θυσία, εν αναμονή της στιγμής της ιερής συνάντησης με τη θεά. Μέσα από την αφήγηση της καθημερινότητας του Ινόουε, ο Κρασναχορκάι δηλώνει ότι η αληθινή τέχνη δεν είναι αναπαράσταση, αλλά πραγματική επαφή με μια ανώτερη τάξη πραγμάτων.

Αν θελήσουμε να δώσουμε έναν χαρακτηρισμό στο βιβλίο που διαβάσαμε, μπορούμε να πούμε ότι σίγουρα δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά μια σπονδυλωτή σπουδή πάνω στην ιερότητα, την ομορφιά και την αγωνία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μέσα στις σελίδες του, ο συγγραφέας φέρνει σε διάλογο τον βουδισμό, τον σιντοϊσμό, την αρχαία ελληνική σκέψη και τη χριστιανική παράδοση, δείχνοντας ότι η ανάγκη της αναζήτησης του απόλυτου είναι καθολική και όχι πολιτισμικά περιορισμένη. Μέσα στις σελίδες του, εξαίρεται η Τέχνη ως μία ιερή, ασκητική πράξη. Μία πράξη που αναγκάζει τον καλλιτέχνη να βιώνει μια μοναχική πορεία, υποφέροντας πολλές φορές, όπως ο Ζεάμι στην εξορία ή ο καλλιτέχνης στον λάκκο με το χωμάτινο άλογο. Επίσης, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, αναδεικνύεται η μυστική εσωτερική ομορφιά που υπάρχει σε κάθε έργο τέχνης και η οποία παραμένει αόρατη σε όσους δεν διαθέτουν την πνευματική “εξουσιοδότηση” να τη δουν. Μέσα στις σελίδες του, τονίζεται η τύφλωση του σύγχρονου κόσμου, η γεννημένη από τη βαρβαρότητα της μαζικής κατανάλωσης. Μέσα στις σελίδες του προβάλλεται ο αγώνας της Τέχνης ενάντια στη λήθη. Αυτά και άλλα ίσως, τα οποία δεν μπορέσαμε να συλλάβουμε, συντελούνται υπό το άγρυπνο βλέμμα της Σέιομπο, της οποίας το πέρασμα από εδώ κάτω, γεννά χρέος μεγάλο. Ο άνθρωπος, αν και ένα “σκέτο ξέφτι” μπροστά στο γαλάζιο του άπειρου, οφείλει να αναζητά τη σύνδεση με το υψηλό, με το θείο, όποιο κι αν είναι το τίμημα της αναζήτησής του.


[Λάσλο Κρασναχορκάι, Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω, Εκδόσεις  ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2019 & 2025]

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί, της Όλγκα Τοκάρτσουκ

Το μυθιστόρημα «Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί» της Όλγκα Τοκάρτσουκ, εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Πολωνία το 1996 και θεωρείται ως το μυθιστόρημα που έφερε στη συγγραφέα τη διεθνή αναγνώριση.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα του μυθιστορήματος, ο αναγνώστης διαπιστώνει τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής της Τοκάρτσουκ, τον τρόπο γραφής για τον οποίο η Σουηδική Ακαδημία της απένειμε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2018. Διαβάζουμε στην επίσημη σελίδα της Ακαδημίας ότι το βραβείο της απονεμήθηκε «… για την αφηγηματική της φαντασία, η οποία με εγκυκλοπαιδικό πάθος αναπαριστά το πέρασμα των ορίων ως τρόπο ζωής».

Η συγγραφέας, έχει δηλώσει σε συνέντευξή της: «…γράφω βιβλία για να διευρύνω το μυαλό των ανθρώπων. Για να δείξω μία νέα οπτική γωνία. Για να κατανοήσουν οι άνθρωποι ότι αυτό που θεωρούν προφανές δεν είναι τόσο προφανές… Γι’ αυτό υπάρχει η λογοτεχνία. Για να μπορέσουμε να διευρύνουμε τη συνείδησή μας και την ικανότητα μας να ερμηνεύουμε τη ζωή…» Δύσκολο, όμως, να απομονώσουμε έναν και μόνο λόγο για τον οποίο έγραψε η Τοκάρτσουκ το μυθιστόρημα «Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί», καθώς πρόκειται για πραγματικά πολυεπίπεδο έργο. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε, με μια πρώτη ανάγνωση, ότι η συγγραφέας προσπάθησε να εξερευνήσει, μυθοποιώντας την, την πολωνική ταυτότητα μέσα στο πλαίσιο της έντονα ταραχώδους ιστορίας του 20ού αιώνα.

Τι είναι όμως το Αρχέγονο; Ένας απομονωμένος μικρόκοσμος, ένα χωριό σαν αυτά των παραμυθιών της παλιάς εποχής, με σαφή όρια, τα οποία δεν τολμά κανείς εύκολα να περάσει. Το Αρχέγονο, βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο, από δυνάμεις που προσπαθούν να παραβιάσουν τα όριά του. Υπερφυσικά όντα όμως, τέσσερις αρχάγγελοι, το προστατεύουν από τις δυνάμεις αυτές: από την αγωνία του ταξιδιώτη, από τον πόθο να κατέχεις και να κατέχεσαι, από την αλαζονεία, από την υπεροψία. Η συγγραφέας παρακολουθεί τις τύχες των κατοίκων του μυθικού αυτού χωριού στην Πολωνία, το οποίο οι κάτοικοί του θεωρούν ως το κέντρο του σύμπαντος. Η αφήγηση εκτείνεται χρονικά σε μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, ξεκινώντας από το 1914 και φτάνοντας ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η πλοκή ξετυλίγεται μέσα από τις ζωές τριών διαδοχικών γενεών δύο βασικών οικογενειών. Οι ζωές των ανθρώπων αυτών (οι έρωτες, οι γεννήσεις, οι πόλεμοι, οι τραγωδίες και οι καθημερινές στιγμές) διαμορφώνονται και συχνά διαλύονται από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που εισβάλλουν στον μικρόκοσμό τους, όπως οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η επακόλουθη κομμουνιστική περίοδος.

Πολλά είναι τα στοιχεία που εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη του μυθιστορήματος της Όλγκα Τοκάρτσουκ. Το στοιχείο του μύθου ένα από αυτά. Η συγγραφέας μετατρέπει την ιστορία σε μύθο, ο οποίος διαδραματίζεται σε έναν τόπο όπου ο γραμμικός, ιστορικός χρόνος (τα γεγονότα, οι πόλεμοι, τα κοινωνικά κινήματα) συναντά τον κυκλικό, μυθικό χρόνο (οι εποχές, οι φυσικές μεταβολές, οι γενιές των ανθρώπων). Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι το μυθικό στοιχείο χρησιμοποιείται ως μέσο φυγής από την πραγματικότητα, αλλά ως μέσο για να φωτιστούν βαθύτερες αλήθειες που έχουν σχέση με την ανθρώπινη ύπαρξη. Άλλο στοιχείο που μας εντυπωσιάζει είναι η χρήση του χρόνου μέσα στην αφήγηση. Για την συγγραφέα ο χρόνος, ο καιρός όπως τον ονομάζει, δεν είναι αντικειμενικός, δεν είναι μοναδικός. Είναι ο καιρός της Γκενοβέφα, ο καιρός της Μίσια, ο καιρός του Κακού Ανθρώπου, ο καιρός του Θεού… Ο χρόνος λοιπόν δεν είναι ένας, είναι πολλοί, παράλληλοι, υποκειμενικοί χρόνοι, με τον δικό του ρυθμό ο καθένας. Η συγγραφέας, επίσης, μιλά για τη φύση. Η φύση δεν
είναι απλά ένα θέατρο του ιστορικού γίγνεσθαι, είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ένα, πολλές φορές αόρατο, ζωντανό δίκτυο στοιχείων, με δική του συνείδηση. Η φύση, νιώθουμε, μέσα από τον λόγο της συγγραφέως, ότι βρίσκεται σε βαθιά, αδιάσπαστη – αν και ίσως ξεχασμένη – σχέση με τους ανθρώπους, με τον τόπο τους αλλά και με τον πνευματικό κόσμο. Η Μεγάλη Ιστορία επίσης, για τη συγγραφέα, δεν είναι πρώτης προτεραιότητας. Οι μεγάλες μάχες, οι μεγάλοι ηγέτες, παραμερίζουν και προσφέρουν χώρο στη μικροϊστορία, στον πόνο, τα βάσανα, τον έρωτα, τη γέννηση και τον θάνατο των απλών ανθρώπων που υπάρχουν αθόρυβα και που βιώνουν τα ιστορικά γεγονότα σχεδόν παθητικά.

Ένα στοιχείο που προβληματίζει, και προκαλεί ίσως, τον αναγνώστη, είναι ο περί Θεού λόγος που αναπτύσσεται στις σελίδες του μυθιστορήματος. Η συγγραφέας παρουσιάζει τον Θεό με τρόπο αιρετικό και ιδιαίτερο, ο οποίος αποκλίνει από τη χριστιανική παράδοση, τόσο την ανατολική όσο και τη δυτική. Ο Θεός του Αρχέγονου έχει δημιουργήσει ένα σύμπαν οκτώ κόσμων, το οποίο θυμίζει τα πτολεμαϊκά, γεωκεντρικά μοντέλα. Στόχος του ανθρώπου είναι βρει τη διαδρομή διαφυγής και να απελευθερωθεί από τα δεσμά των οκτώ κόσμων. Ο Θεός παρουσιάζεται αποστασιοποιημένος, αναποφάσιστος, βαριεστημένος με την ανθρωπότητα, ακόμα και ιδιοτελής. Η στάση του αυτή γεννά αμφιβολία στους ανθρώπους και απορία σχετικά με τις προθέσεις του. Γιατί όμως παρουσιάζει η Τοκάρτσουκ τον Θεό ως μια αδιάφορη ανώτερη δύναμη; Είναι αυτό μια πράξη βλασφημίας; Σαφώς και δεν είναι. Η συγγραφέας, παρουσιάζει τα δεινά του 20ού αιώνα (δύο παγκόσμιους πολέμους και  την άνοδο ολοκληρωτικών καθεστώτων) και βάζει τον Θεό του μυθικού Αρχέγονου να αδιαφορεί για αυτά, για να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της ηθικής ευθύνης: από τον ουρανό, στον άνθρωπο. Ο Θεός δεν παρεμβαίνει και αφήνει τον άνθρωπο, με τις ελεύθερες επιλογές του, να στρέφεται άλλοτε προς το καλό και άλλοτε προς το κακό. Ουσιαστικά, η «αδιαφορία» του Θεού, αναγκάζει τον αναγνώστη να κοιτάξει χαμηλότερα και να αναγνωρίσει τον άνθρωπο ως τον πραγματικό ηθικό δρώντα. Η σωτηρία ή ο αφανισμός του Αρχέγονου, και κατ’ επέκταση του κόσμου, βρίσκεται στα χέρια των κατοίκων του. Η ηθική και η ανηθικότητα, η ελπίδα και η απελπισία, η σωτηρία και η καταστροφή, είναι ανθρώπινες υποθέσεις.

Ολοκληρώνοντας τον σύντομο σχολιασμό του μυθιστορήματος «Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί», θεωρώ ότι αξίζει να γίνει αναφορά στο θέμα της ταύτισης του αναγνώστη. Κάθε φορά που τελειώνει η ανάγνωση ενός βιβλίου, είναι πολύ συχνή η αίσθηση της ταύτισης του αναγνώστη με κάποιον ή κάποιους από τους ήρωες. Στο Αρχέγονο, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και αυτό είναι επιλογή της συγγραφέως, η οποία μέσω της διάσπασης του χρόνου σε καιρούς, δεν μας επιτρέπει να μένουμε αρκετά με έναν ήρωα και να γίνουμε ένα μαζί του. Εναλλάσσοντας με γρήγορους ρυθμούς τους καιρούς των ηρώων, ορίζει να είμαστε μονάχα παρατηρητές της ζωής τους από ψηλά, θαρρείς αιωρούμενοι πλάι στους αρχάγγελους προστάτες του Αρχέγονου. Παρ’ όλα αυτά, εν τέλει, υπάρχει μια αίσθηση ταύτισης. Όχι με τα πρόσωπα, μα με τις καταστάσεις που βιώνουν τα πρόσωπα. Με την απώλεια, με τον πόνο που γεννά ο πόλεμος, με τις νέες αναζητήσεις, με τα ένστικτα, με το παράλογο και την κοινωνική περιθωριοποίηση που γεννά αυτό, με την υποταγή στην ανθρώπινη μοίρα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, αν και απουσιάζει η ταύτιση με έναν ήρωα, συντελείται, μέσα από τη γραφή της Τοκάρτσουκ, ταύτιση του αναγνώστη με το ίδιο το Αρχέγονο. Έναν τόπο μυθικό μεν, ζωντανό δε, ο οποίος υποφέρει, λαβώνεται, γιατρεύεται, μεταβάλλεται. Έναν τόπο που αν δεν τον είχε ονομάσει «Αρχέγονο» η συγγραφέας, θα μπορούσε να λέγεται «Ανθρώπινη Ψυχή».

[Όλγκα Τοκάρτσουκ, Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί, Εκδόσεις Καστανιώτη, 9η Έκδοση,  Αθήνα 2023]

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

Τα Χρόνια, της Annie Ernaux

Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2022, Annie Ernaux, έγραψε “Τα Χρόνια” το 2008. Το έργο αυτό είναι, κατά τον Νίκο Μπακουνάκη, ο λογοτεχνικός καθεδρικός της συγγραφέως, με την έννοια της μεγάλης και τέλειας αρχιτεκτονικής σύνθεσης μέσα στην οποία έχουν ενσωματωθεί με αριστοτεχνικό τρόπο όλα τα προηγούμενα βιβλία της.

Σε ποια κατηγορία, όμως, εντάσσεται αυτό το βιβλίο, αναρωτιόμαστε καθώς πορευόμαστε αναγνωστικά στις σελίδες του. Τα Χρόνια, έχουν χαρακτηριστεί από σημαντικούς κριτικούς ως υβριδικά απομνημονεύματα τα οποία καλύπτουν την περίοδο από το 1941 έως το 2006. Ο εκδοτικός οίκος Seven Stories Press περιγράφει το βιβλίο ως μία αυτοβιογραφία η οποία είναι ταυτόχρονα υποκειμενική αλλά και απρόσωπη, ατομική αλλά και συλλογική.

Η Ernaux, ακολουθεί μέσα στην πορεία του χρόνου, την πορεία της ηρωίδας της – που άλλη δεν είναι από τη δική της πορεία – παράλληλα με την εξέλιξη και αναδιαμόρφωση του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου. Έτσι, εμείς οι αναγνώστες βλέπουμε, από το 1940 ως το 1950, τη γέννηση και τα πρώτα της παιδικά χρόνια στο φτωχό επαρχιακό περιβάλλον της Νορμανδίας, σημαδεμένο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, την Απελευθέρωση της Γαλλίας και τη μεταπολεμική ανέχεια. Την επόμενη δεκαετία, 1950–1960, ακολουθούμε τα βήματά της ως μαθήτρια και φοιτήτρια που αγωνίζεται για την κοινωνική άνοδο μέσω της εκπαίδευσης και παράλληλα βλέπουμε την άνοδο της καταναλωτικής κοινωνίας. Νέες ηλεκτρικές συσκευές, νέα πρότυπα, νέα ήθη. Τα χρόνια περνούν, έρχεται ο έρωτας, η σεξουαλική και πολιτική αφύπνιση. Έρχεται ο Μάης του ‘68, το φεμινιστικό κίνημα, η αμφισβήτηση των παραδοσιακών αξιών, η σύγκρουση του χθες με το αύριο. Τα χρόνια που ακολουθούν, από το 1970 ως το 1980, βρίσκουν την ηρωίδα να εργάζεται ως εκπαιδευτικός, να αποκτά οικογένεια, να ζει την ένταση ανάμεσα στην οικογενειακή ζωή και την προσωπική ελευθερία και παράλληλα να συνειδητοποιεί την κόπωση και το ξεθώριασμα των μεγάλων ιδεολογιών. Στα επόμενα χρόνια, από το 1980 ώς το 1990, έρχεται η ώρα της επανεξέτασης της ζωής της ηρωίδας, η ώρα του διαζυγίου, την ίδια ώρα που στον κόσμο επικρατεί η μαζική κουλτούρα, η παντοδυναμία της τηλεοπτικής εικόνας, ο ατομισμός. Τα χρόνια της ωριμότητάς της, η δεκαετία του ‘90, χρόνια της παγκοσμιοποίησης, του διαδικτύου, της τεχνολογικής επανάστασης, φέρνουν την ηρωίδα (τη συγγραφέα δηλαδή, ας μην το ξεχνάμε), αντιμέτωπη με το γήρας, τη φθορά, τον θάνατο των γονιών της. Τελευταίος σταθμός του ταξιδιού μέσα στον χρόνο, η νέα χιλιετία. Έρχεται πια η ώρα του αναστοχασμού της δικής της ζωής αλλά και της ζωής όλης της γενιάς της, μέσα από φωτογραφίες, προσωπικά ημερολόγια, μνήμες.

Φτάνοντας στο τέλος της ανάγνωσης του βιβλίου, έρχεται η ώρα του “γιατί”. Για ποιον λόγο γράφτηκαν Τα Χρόνια και για ποιον λόγο απουσιάζει το πρώτο ενικό πρόσωπο από την αφήγηση; Η Ernaux, κατά την άποψή μου, έγραψε το βιβλίο της γιατί θέλησε, με όπλο τη γραφή της, να μπει στην αρχέγονη μάχη ενάντια στη λήθη. Θέλησε να σώσει όχι τις δικές της μνήμες ζωής – γι’ αυτό και απουσιάζει το “εγώ” -, αλλά τη συλλογική μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς Γάλλων, αυτών που γεννήθηκαν την εποχή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και βίωσαν όλες τις μεγάλες στιγμές του 20ού αιώνα. Κι αυτή τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, θέλησε να την πραγματοποιήσει μέσω της αναφοράς μικρών καθημερινών λεπτομερειών της ζωής. Τι έτρωγαν, τι άκουγαν, πώς μιλούσαν, τι έπρατταν, τι φοβούνταν, τι ονειρεύονταν, για τι αγωνίζονταν οι άνθρωποι κάθε εποχής, δεν είναι παρά τα στοιχεία στα οποία αποτυπώνεται η ψυχή ολόκληρης της εποχής. Η απόδειξη της επιτυχίας του εγχειρήματος της συγγραφέως, βρίσκεται στην έκπληξη που νιώθει ο μη Γάλλος αναγνώστης – ασφαλώς και εμείς - κάθε φορά που, σε διάφορους σταθμούς της αφήγησης, εντοπίζει μυστικές γωνιές όπου μπορεί να αποθέσει, με ασφάλεια, δικές του μνήμες: από τα δύσκολα παιδικά του χρόνια σε κάποιο ορεινό χωριό, από τους κοινωνικούς αγώνες των δικών του φοιτητικών χρόνων, από τις δικές του ώρες χαράς και θλίψης.

Συλλογικός, λοιπόν, είναι ο Χρόνος, συλλογική η Μνήμη, δηλώνει η Annie Ernaux και μας καλεί να κρατήσουμε στα χέρια μας Τα Χρόνια και, μαζί της, να στοχαστούμε. Να σταθούμε απέναντι στα όσα βιώσαμε, στα όσα κερδίσαμε, στα όσα χάσαμε ως τώρα. Μας καλεί να νιώσουμε πως, όντας ένα κομμάτι, μικρό ίσως αλλά σημαντικό, της Ιστορίας του “Εμείς” δεν είμαστε μόνοι. Και, με σύμμαχο τη Μνήμη, να συνεχίσουμε να πορευόμαστε ακολουθώντας τον αέναο ρου του χρόνου.

Annie Ernaux, Τα Χρόνια, Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, Αθήνα 2023, μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη

Τρίτη 27 Μαΐου 2025

 Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων

Στράτης Μυριβήλης, Μ. Καραγάτσης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης

Την Κυριακή, 2 Μαρτίου του 1958, άρχισε, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση που είχε προηγηθεί στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, μια “πραγματική λογοτεχνική σκυταλοδρομία” η οποία ολοκληρώθηκε στις 26 Απριλίου του ίδιου έτους. Συναγωνιστές – όχι ανταγωνιστές – τέσσερις συγγραφείς της Γενιάς του ‘30: Μυριβήλης, Καραγάτσης, Τερζάκης, Βενέζης. Όρος απαράβατος είχε τεθεί, μεταξύ των συγγραφέων να μην υπάρξει προσυνεννόηση σχετικά με την πλοκή του έργου. Ο κάθε συγγραφέας, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη θα συνέχιζε κατά την κρίση και τη φαντασία του. Οι συγγραφείς πείστηκαν να συμμετάσχουν στο λογοτεχνικό αυτό εγχείρημα όχι δίχως σοβαρές αμφιβολίες. Η σειρά συγγραφής ορίστηκε με κλήρωση. Το πρώτο κεφάλαιο γράφτηκε από τον Μυριβήλη, το δεύτερο από τον Καραγάτση, το τρίτο από τον Τερζάκη, το τέταρτο από τον Βενέζη και, σε επαναληπτικό κύκλο με την ίδια σειρά συγγραφής, ακολούθησαν άλλα τέσσερα κεφάλαια. Έτσι, η έναρξη του Μυθιστορήματος των Τεσσάρων γεννήθηκε από την πένα του Μυριβήλη και η λήξη από αυτήν του Βενέζη.

Η πλοκή του μυθιστορήματος ξεκινά στην προπολεμική Αίγινα. Εκεί γεννιέται η ηρωίδα, φέροντας, εν αγνοία της, στην ψυχή, ένα βαρύ τραύμα με το οποίο πορεύεται στη ζωή της. Ελισάβετ Μανιάτη το όνομά της ή Νενέλα, καλλιτέχνης του λυρικού θεάτρου, με σπουδές μουσικής και χορού στη Γερμανία. Στη διάρκεια της Κατοχής, γίνεται μέλος παράνομης οργάνωσης η οποία έχει ως έργο της την ενίσχυση πατριωτών που συμμετέχουν στην Αντίσταση. Στη διάρκεια της Κατοχής, επίσης, γνωρίζεται με τον ήρωα του μυθιστορήματος, τον Αμεντέο Μαντσίνι, αξιωματικό του δικαστικού τμήματος της ιταλικής διοίκησης. Η συνάντηση της Ελισάβετ και του Αμεντέο μοιάζει σχεδόν επιβεβλημένη από το θέλημα της μοίρας. Όχι μιας μοίρας που γεννά όμορφες, ρομαντικές ιστορίες αλλά μιας μοίρας που φέρνει γιατρειά στις ανθρώπινες ψυχές, στις ψυχές της Ελισάβετ και του Αμεντέο, που έχουν βαθιά σημαδευτεί από το προγονικό τραύμα.

Το στοιχείο της προδοσίας και τα ερωτήματα που αυτή γεννά (ποιος πρόδωσε τον στρατηγό Μυλωνάκο και ποιος ήταν ο συντάκτης του ανώνυμου γράμματος), δίνουν, αρχικά, στο κείμενο έναν αέρα αστυνομικού μυθιστορήματος. Από τη στιγμή όμως που αρχίζει να εξελίσσεται το ταξίδι της εσωτερικής αναζήτησης των ηρώων, αντιλαμβανόμαστε ότι οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τα παραπάνω ερωτήματα ως αφορμή για να παρουσιάσουν τις σκέψεις τους για τα μεγάλα ζητήματα της εποχής τους, κοινωνικά και εθνικά.

Ο κάθε συγγραφέας αφήνει στο Μυθιστόρημα των Τεσσάρων το δικό του χνάρι. Ο Μυριβήλης, θυμίζει στον αναγνώστη πως ακόμα κι ένα αντικείμενο, ένα κατασκεύασμα, σαν τον ανεμόμυλο στην Αίγινα, κρύβει μέσα του την ιστορία που δεν καταγράφουν οι ιστορικοί, την ιστορία της “φτωχής ανθρώπινης καρδιάς” τη γεμάτη από τραγωδίες και σπαραγμούς. Ο Μυριβήλης, επίσης, φρίττει διαπιστώνοντας τη βαρβαρότητα της εποχής του, όπου οι λαοί, έρμαιο στις διαθέσεις των δυνατών, αλληλοσπαράσσονται και απευθύνει κάλεσμα διαχρονικό και καθολικό, με στόχο την εύρεση του χαμένου ανθρώπινου εαυτού μας.

Ο Καραγάτσης, δηλώνει δίχως φόβο ότι, στην Κατοχή, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρξαν προδότες και τους κατηγορεί ευθέως λέγοντας γι’ αυτούς ότι δεν ήταν παρά “...το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε φυλής. Όλοι τους...υποκείμενα ιδιοτελή, που πρόδιναν την πατρίδα τους κινημένοι από υλικό συμφέρον”. Μιλά επίσης για το αρχέγονο ένστικτο του εγώ “...που ελλοχεύει ύπουλα στα κύτταρά μας…” και που μας το έχει μεταδώσει  μέσα από αναρίθμητες γενιές ο άνθρωπος των σπηλαίων, ο μακρινός πρόγονός μας. Το αρχέγονο ένστικτο που μπορεί να παραμερίσει αιώνες πολιτισμού και να ξαναγίνει απειλή φονική, για χάρη της κυριαρχίας ή, έστω, της επιβίωσης.

Ο Τερζάκης, μιλά για την κοινωνική ζωή της εποχής του. “Μια φαντασμαγορία από αστερισμούς” που έχει αστέρια όλων των μεγεθών και των ποιοτήτων. Μιλά για τη λαχτάρα απόδρασης, με κάθε μέσο – ιερό και ανίερο - από την άχρωμη μικροαστική ζωή. Μιλά για τη γυναίκα και την εκμετάλλευση που υφίσταται στην εποχή του. Για τη γυναίκα που πορεύεται, αρκετές φορές απαξιωμένη, δίχως δύναμη να υπερασπιστεί την αξιοπρέπειά της, λειτουργώντας ως μέσο επίτευξης στόχων ιδιοτελών: “Η γυναίκα… η λεωφόρος που οδηγεί παντού”.

Ο Βενέζης, φτάνει μαζί με την Ελισάβετ στον Πειραιά και αφουγκράζεται τη ζωή του λιμανιού. Στέκεται καταμεσής “στην καρδιά της ανάγκης” και προσκυνά με σεβασμό τον ιερό αγώνα για επιβίωση. Έχοντας και ο ίδιος τις δικές του παλιές πληγές, οδηγεί αργότερα την Ελισάβετ στον τόπο όπου θ’ ακούσει “...τους μισοσβησμένους τους ήχους που έρχονταν από το βάθος των παιδικών της χρόνων…” γιατί γνωρίζει πως το συναπάντημα με το παρελθόν, θα σημάνει και το αρχίνισμα της γιατρειάς της.  Το ξημέρωμα, την ώρα της δόξας του σύμπαντος κόσμου, στην Αφαία, “καθισμένη στη ρίζα μιας δυτικής κολόνας” η Ελισάβετ, δεν είναι μοναχή. Μαζί της κάθεται ο Βενέζης και δίπλα του ο αναγνώστης… Ο ψίθυρος, γεννημένος από τα βάθη της ψυχής όλων. Της Ελισάβετ, του συγγραφέα, της δικής μας ψυχής: “Θε μου, μέσα σε τόση ομορφιά γιατί ο άνθρωπος ξεστράτισε τόσο;”

Έχοντας ακούσει ότι το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων γράφτηκε μετά από πρόταση του Γιάννη Μαρή προς την εφημερίδα “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ”, ο αναγνώστης που θα επιλέξει να το διαβάσει ως άλλο ένα ακόμα αστυνομικό μυθιστόρημα, αρχικά θα απογοητευθεί. Καθώς όμως θα προχωρά η ανάγνωση, είναι σίγουρο ότι θα γοητευθεί και θα δεχτεί την πρόσκληση τεσσάρων μεγάλων πνευματικών δημιουργών να διαβάσει και άλλα έργα τους και να γνωρίσει τις σκέψεις, τις ιδέες, τις αναζητήσεις, τα όνειρα, της γενιάς τους. Της σπουδαίας Γενιάς του ‘30.

[Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, Στράτης Μυριβήλης, Μ. Καραγάτσης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης, εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ”, Αθήνα 2021, 23η Έκδοση]

Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

 

Μυστική Ζωή, του Άγγελου Τερζάκη

Ο αναγνώστης ο οποίος ενθουσιάστηκε με τον ιπποτισμό, την υπερηφάνεια, το πάθος και το καθήκον της προάσπισης της τιμής, στοιχεία της γραφή του Άγγελου Τερζάκη στην Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ, σίγουρα θα εκπλαγεί, ίσως νιώσει και άβολα στην αρχή, διαβάζοντας τη Μυστική Ζωή.

Από την πρώτη σελίδα κιόλας, νιώθουμε ότι ο συγγραφέας μάς οδηγεί σε έναν άλλο κόσμο, εσωτερικό, μοναχικό, σε μιαν άλλη ζωή, μυστική. Η δράση συντελείται σε μια θλιβερή συνοικία, με σπίτια φτωχικά, με δρόμους και καφενεία έρημα σχεδόν, σε μια συνοικία όπου θαρρείς πως έχει χαθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας λόγιος διανοούμενος δημοσιογράφος και μεταφραστής. Αν και ξεπεσμένος μικροαστός και ο ίδιος, ξεχωρίζει από τον κοινωνικό του περίγυρο καθώς αδυνατεί να δεχτεί τα όσα γεννά η χυδαιότητα της ζωής. Είναι άνθρωπος πολύ χαμηλών τόνων, ιδιαίτερα ανασφαλής και με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Ο συγγραφέας ορίζει να είναι ανώνυμος και να αφηγείται, σε πρώτο πρόσωπο, όσα διαδραματίζονται καθώς και τη δική του εμπλοκή σε αυτά.

Ένα από τα κύρια στοιχεία του μυθιστορήματος είναι το τραύμα, το οποίο γεννιέται μέσα από δύο οικογενειακές τραγωδίες. Η πρώτη αφορά στην οικογένεια Ροβιλά, με πρωταγωνιστές τη Βένα και τον πατέρα της και η δεύτερη έχει να κάνει με το αντρόγυνο Βασίλη και Κικής Γεωργίου. Ο πατέρας της Βένας είναι ένας ιδιόρρυθμος μαθηματικός ο οποίος θεωρεί ότι έχει πέσει θύμα μιας σκοτεινής συνωμοσίας ξένων επιστημόνων και άλλων ισχυρών προσώπων, οι οποίοι οικειοποιήθηκαν μια σπουδαία μαθηματική ανακάλυψή του. Αυτή η πεποίθηση σε συνδυασμό με την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί, τον οδηγούν σε πλήρη απομόνωση από τον κόσμο. Η Βένα, αφοσιωμένη στον πατέρα της, πιστεύει και αυτή στα περί συνωμοσίας λεγόμενά του. Υιοθετεί και αυτή τον μοναχικό τρόπο ζωής του πατέρα της, μη επικοινωνώντας ούτε καν με τον αδελφό της ο οποίος έχει ανέλθει κοινωνικά και οικονομικά και για τον οποίο, κατά την αφήγηση, δημιουργούνται υπόνοιες διαφθοράς πολιτικής και κοινωνικής.  Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος αλλά και η αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετωπίζει η Βένα την οικονομική καταστροφή του πατέρα της, η οποία έχει οδηγήσει και στη διάλυση του αρραβώνα της, ελλείψεως προίκας. Στρέφεται στο διάβασμα, έρχεται σε επαφή με έργα ξένων συγγραφέων καθώς γνωρίζει ξένες γλώσσες και μεταφράζει ευκαιριακά κάποια κείμενα. Η καλλιέργειά της, την κάνει να διαφέρει από τα υπόλοιπα μέλη του μικρόκοσμου της συνοικίας, όμως δεν εκμεταλλεύεται την ανωτερότητά της αυτή, παραμένει εσωστρεφής και προσκολλημένη στον πατέρα της. Η σκέψη να παντρευτεί, όπως η ίδια δηλώνει, της προξενεί αηδία, καθώς θεωρεί φριχτό να γίνει ιδιοκτησία ενός άλλου σύμφωνα με τους αστικούς νόμους. Ακόμα και τα αισθήματα του κεντρικού ήρωα, του διανοούμενου αφηγητή, προς αυτήν, δεν ευδοκιμούν. Και οι δύο, αδυνατούν να δεχτούν την πραγματικότητα, όποια και αν είναι αυτή. Έτσι, αν και εμείς σαν αναγνώστες νιώθουμε ότι θα μπορούσαν να έρθουν κοντά, αποδεικνύονται μη ικανοί να βρουν ή να δημιουργήσουν ένα κοινό σημείο συνάντησης.

Σε δεύτερο επίπεδο εξελίσσεται μια άλλη τραγωδία, η οποία έχει ως αιτία της την καταθλιπτική καθημερινότητα της ζωής του Βασίλη μέσα στον γάμο του με την Κική Γεωργίου. Ο Βασίλης, κάποια στιγμή, συναντά μια γυναίκα, την Ηρώ Δραγάνη, η οποία ξυπνά όσα έχει μέσα του απωθήσει, υποταγμένος στις κοινωνικές επιταγές. Εγκαταλείπει τον ρόλο του πιστού συζύγου και οικογενειάρχη και ονειρεύεται μια νέα ζωή. Δεν μπορεί να αντισταθεί σε ό,τι μέσα του ξυπνά η γνωριμία με την Ηρώ. Είναι πέρα από τις δυνάμεις του και σύμφωνα με τον αφηγητή, είναι “σαν να πέθανε κρυφά, μέσα στη νύχτα, ένας άνθρωπος και να πήρε τη θέση του κάποιος άλλος”.  Η αντίδραση όμως της γυναίκας του, η οποία καταφεύγει σε κάθε μέσο – ακόμα και σε απόπειρα αυτοκτονίας – προκειμένου να μη διαλυθεί το σπίτι της, αναγκάζει τον Βασίλη να υποταχθεί και να επιστρέψει στον παλιό εαυτό του.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο Τερζάκης, στη Μυστική Ζωή, στρέφεται στον άνθρωπο ως οντότητα μοναχική, με προβλήματα, αγωνίες, ψυχική κόπωση. Αναγνωρίζει ο συγγραφέας πως η καθημερινότητα είναι καταθλιπτική και μίζερη για πολλούς, και γι’ αυτούς αποφασίζει να γράψει. Οι μελετητές του έργου του Τερζάκη, αναφέρουν συχνά πως στόχος του είναι να μιλήσει για την “ισοπεδωμένη και χωρίς προεξοχές” ζωή των κοινών και αδύναμων ανθρώπων, για τα σπασμένα φτερά και τους ανικανοποίητους πόθους. Ο Ανδρέας Καραντώνης αναφέρει ότι ο Τερζάκης γίνεται “ψυχογράφος της μικροαστικής αθλιότητας και ζωγράφος της συνοικιακής ομίχλης” και οι ήρωές του παρουσιάζονται ως “συνταξιούχοι της ζωής” που παλεύουν με σκιές. Η γραφή του Τερζάκη δείχνει ότι δεν είναι ψυχρός παρατηρητής των όσων συμβαίνουν στη ζωή των ηρώων του. Μοιάζει να συμμετέχει στα παθήματά τους και σ’ αυτή τη συμμετοχή παρασύρει και εμάς.

Από τότε που έγραψε ο Τερζάκης τη Μυστική Ζωή, έχουν περάσει σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Διερωτώμενοι, εμείς οι αναγνώστες, αν η Μυστική Ζωή, ως θέμα και ως επιλογή αναγνωστική, έχει θέση στο σήμερα, φέρνουμε στη σκέψη μας την κοινωνική πραγματικότητα του παρόντος χρόνου και συνειδητοποιούμε πως, η Μυστική Ζωή μοιάζει με σύγχρονο μυθιστόρημα. Η κοινωνική ζωή εξακολουθεί να είναι “...ένας στίβος όπου συγκρούονται του κόσμου οι μικροεγωισμοί, τα μικροφιλότιμα, τα μικροσυμφέροντα, τα μικροπάθη, όλα μικρά… Μια ψυχή ακέραια, δεν μπορεί, γρήγορα σιχαίνεται και αποσύρεται. Τότε τη λένε αδύναμη, ηττημένη…” Αυτές τις ψυχές, τις ακέραιες ψυχές, που τις λένε αδύναμες και προσκυνημένες, μας καλεί ο Τερζάκης να έχουμε στην έγνοια μας. Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της Μυστικής Ζωής, σκέφτομαι πως, απ’ όσα οι ήρωές της είπαν, είναι πολλά που πρέπει να θυμόμαστε. Ανάμεσά τους κι ετούτο: Μας λείπει κάθε επιείκεια για τους ανθρώπους. Όσο και αν μας έχουν φταίξει, ας μην ξεχνάμε πως οι αδυναμίες τους είναι οι αδυναμίες μας. Ας μην ξεχνάμε, ανήκουμε όλοι στο ίδιο είδος...

[Άγγελος Τερζάκης, Μυστική Ζωή, Εκδόσεις "Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ", Αθήνα 2020]

Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

 

     Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος, του Μ. Καραγάτση

     Κάθε φορά που ξεκινάμε την ανάγνωση ενός βιβλίου, εμπλεκόμαστε σε έναν διάλογο με την εποχή κατά την οποία γράφτηκε ή, όχι σπάνια, ερχόμαστε και σε σύγκρουση με την εποχή αυτή. Σύγκρουση, που εξηγείται από το γεγονός ότι ξεχνάμε πως το κείμενο που κρατούμε στα χέρια μας γεννήθηκε σε μια άλλη ιστορική συγκυρία. Πριν αρχίσουμε λοιπόν την ανάγνωση της μυθιστορηματικής βιογραφίας “Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος”, ας έχουμε σε μια γωνιά της σκέψης μας τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε το έργο. Έτσι, οι δικές μας προσλαμβάνουσες δεν θα “επαναστατήσουν” και θα μας επιτρέψουν να έρθουμε σε διάλογο και όχι σε σύγκρουση, με τον λόγο του συγγραφέα.

     Το συγκεκριμένο βιβλίο, μπορούμε να πούμε ότι ανήκει στα Ιστορικά του Καραγάτση μαζί με το “Σέργιος και Βάκχος”, την ιστορία δυο ξεχασμένων αγίων - παρατηρητών της ελληνικής ιστορίας στην εξέλιξή της, και το “Ιστορία των Ελλήνων: ο αρχαίος κόσμος”. Η ιστορία, λοιπόν, είναι αυτή που οδηγεί την πένα του συγγραφέα καθώς βιογραφεί τον ήρωά του και, κατά την άποψή μου, έχει και τον πρώτο ρόλο σε σχέση με τη μυθοπλασία. Ο ήρωας του βιβλίου, υπαρκτό πρόσωπο: ο αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος. Γεννημένος το 1899 στην Ελευσίνα και μεγαλωμένος σε μια πολυμελή αρβανίτικη οικογένεια. Φοιτά στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και αργότερα εκπαιδεύεται στα υποβρύχια, στα οποία αφιερώνει τη ζωή του, μέχρι τέλους. Μετά την απόταξή του από το Ναυτικό λόγω της συμμετοχής του στο Κίνημα του ‘35, έρχονται χρόνια άδεια και αδιάφορα για τον Λάσκο ο οποίος δεν παύει να λαχταρά την επιστροφή του στην ενεργό δράση. Λίγο καιρό μετά τη γερμανική εισβολή, διαφεύγει στη Μέση Ανατολή, επανεντάσσεται στο Πολεμικό Ναυτικό και ορίζεται κυβερνήτης του παλαιού πια υποβρυχίου “Κατσώνης” με το οποίο επιχειρεί και στο οποίο χάνει τη ζωή του, όπως πάντα το ονειρευόταν: πολεμώντας, στις 14 του Σεπτέμβρη του 1943, ημέρα εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

     Γιατί αποφασίζει όμως ο Καραγάτσης να γράψει για τον Λάσκο; Είναι το βιβλίο αυτό άλλο ένα ψυχογράφημα; Κι αν είναι, τι παραπάνω έχει να αποκομίσει ο αναγνώστης απ’ όσα αποκόμισε διαβάζοντας τον Λιάπκιν ή τον Γιούγκερμαν; Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, το παραπάνω ερώτημα βρίσκει την απάντησή του. Στόχος του συγγραφέα είναι να παρουσιάσει έναν ήρωα και την κινητήρια δύναμη που τον οδηγεί προς τον ηρωισμό, που άλλη δεν είναι από τη δύναμη του ελεύθερου πνεύματος. Σχεδόν σε κάθε σελίδα συναντούμε και ένα μικρό ή μεγάλο δηλωτικό στοιχείο του ελεύθερου πνεύματος του ήρωα. Ο Λάσκος περιφρονεί την ανθρώπινη ανάγκη της επιβίωσης. Ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος. Υπάρχει και το πνεύμα, ο πλούτος της σκέψεως! Ενδιαφέρεται για τον αγώνα και τη νίκη και λαχταρά τη δόξα και την υστεροφημία. Εμφανίζεται σαν να γνωρίζει εκ των προτέρων το ηρωικό τέλος. Αυτή η γνώση, όμως, του τέλους, τον οδηγεί στο να παλεύει να ζήσει τη ζωή σχεδόν κατασπαράσσοντάς την και τον ρίχνει στις υλικές απολαύσεις  δίχως μέτρο. Η άμετρη άγρα της σάρκας δεν νεκρώνει μέσα του την αγάπη της γυναίκας, μα σαν αναμετριέται όμως, η αγάπη της γυναίκας με την αγάπη της θάλασσας, η θάλασσα και η ελευθερία που γεννά στην ψυχή του, τον κερδίζουν. Βασανίζεται ο ήρωας συχνά από επικίνδυνες κρίσεις θυμού και παλεύει να τιθασεύσει τα νεύρα του. Κι όταν φτάνει σε όρια επικίνδυνα, επιστρέφει στη γενέθλια γη της Ελευσίνας. Ιντερμέδιο αγνότητας οι επιστροφές αυτές, σημειώνει ο συγγραφέας, για την ανάπαυση όχι του κορμιού μα της ψυχής.

     Γεννημένος ήρωας ο Λάσκος, και σαν ήρωας δρα παράτολμα, στα όρια της τρέλας γιατί, όπως δηλώνει μέσω της πένας του Καραγάτση, δίχως τρέλα, δεν γίνεται τίποτα. Γεννημένος ήρωας ο Λάσκος, και, σαν τους ήρωες του Ομήρου, τιμά τη φιλία και παλεύει γι’ αυτήν με πράξεις αδιανόητες για έναν απλό και συνηθισμένο άνθρωπο. Όσο για τη σχέση του με τον Θεό, ο Βασίλης Λάσκος, κατά τον συγγραφέα, πιστεύει σ’ αυτόν. Είναι Χριστιανός Ορθόδοξος από πεποίθηση, όμως είναι μεγάλος αμαρτωλός σαρκικά. Ποτέ δεν εμίσησε, δεν εφθόνησε, δεν είπε ψέματα, δεν έκλεψε, μα η ψυχή του έχει κι αυτή τα σκοτεινά σημάδια της, γεννημένα από τη φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία ίσως και την υπερφίαλη, κάποιες φορές, συμπεριφορά του. Γεννημένος ήρωας ο Λάσκος και το γνωρίζει. Περιμένει με λαχτάρα την ώρα της δόξας, την ώρα της γέννησης του δικού του θρύλου. Κι όπως στα χρόνια του Σηκωμού του Γένους, έτσι και στις 14 του Σεπτέμβρη του ‘43, ο θρύλος του αντιπλοίαρχου Βασίλη Λάσκου γεννιέται από το βόλι του εχθρού.

     Αν θέλουμε να σχολιάσουμε τη γραφή του Καραγάτση, πρέπει να πούμε ότι είναι ιδιαίτερη και, σήμερα, ίσως προκαλεί αντιδράσεις, ιδίως σε όσους δεν έχουν ασχοληθεί με το έργο του. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή του σχολίου μας, ας έχουμε σε μια γωνιά της σκέψης μας τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε το έργο αυτό. Ας μη  βιαστούμε να κατηγορήσουμε τον συγγραφέα για μισογυνισμό ή για άμετρη προβολή μιας ανδροκρατούμενης, πατριαρχικής και βαθιά καταπιεστικής κοινωνίας. Οι δομές της κοινωνίας, σίγουρα αλλάζουν, όπως και οι ιδέες με το πέρασμα του χρόνου. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι μπορούμε να αντιμετωπίζουμε αφοριστικά το έργο ανθρώπων οι οποίοι, αν μη τι άλλο, κατέγραψαν μια ολόκληρη εποχή. Ο Καραγάτσης ανήκει στη Γενιά του ‘30 και γράφει σύμφωνα με τις αρχές της. Δεν δημιουργεί έναν εξιδανικευμένο ήρωα αλλά παρουσιάζει τον Βασίλη Λάσκο με ρεαλιστική γραφή, αναδεικνύοντας τόσο την ανδρεία όσο και τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Επίσης, εμβαθύνει στην ψυχολογία του Βασίλη Λάσκου, παρουσιάζοντάς τον όχι μόνο ως στρατιωτικό ηγέτη αλλά και ως άνθρωπο με συναισθήματα, σκέψεις και προσωπικά διλήμματα. Χρησιμοποιείται πλούσια, ρέουσα δημοτική γλώσσα, γεμάτη ένταση και εικόνες. Παράλληλα, γίνεται χρήση κινηματογραφικών περιγραφών και δυναμικών σκηνών μάχης που θυμίζουν ευρωπαϊκή πεζογραφία. Υπάρχουν, επίσης, έντονα στοιχεία πατριωτισμού και ηρωισμού τα οποία παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα βαθιάς συνειδητοποίησης και αίσθησης ευθύνης.

     Ολοκληρώνοντας το σχόλιο μας, αξίζει να προσθέσουμε μερικές γραμμές σχετικά με τη στάση του αντιπλοίαρχου Βασίλη Λάσκου απέναντι στην ποίηση. Ο Καραγάτσης, θεωρώντας ίσως ότι στη ζωή ενός ήρωα δεν μπορεί να βρεθεί χώρος και χρόνος για την ποίηση,  αναφέρει πως ο Βασίλης Λάσκος επιπλήττει τον μικρό του αδερφό Ορέστη, ο οποίος θέλει να ασχοληθεί με την ποίηση. Όμως η Ανδρομάχη Χουρδάκη, στις Πράξεις Ποιητών της Δευτέρας 2 Νοεμβρίου 2020, όπου παρουσιάζει το έργο του ποιητή Ορέστη Λάσκου, σημειώνει ότι ο Ορέστης έλεγε πως η επίπληξη αυτή δεν ήταν παρά ένα εύρημα του Καραγάτση, συμπληρώνοντας: «Ο αδελφός μου Βασίλης με λάτρευε όπως τον λάτρευα κι εγώ. Καμάρωνε που έγραφα ποιήματα. Κι ακόμη, όταν παράτησα την Ιατρική Σχολή, στην οποία φοίτησα δύο χρόνια, και ύστερα τη Σχολή Ευελπίδων, στην οποία είχα μπει πρώτος και σε έξι μήνες πήδησα τη μάντρα της Σχολής και έφυγα, ο Βασίλης δε με μάλωσε, αλλά με παρακίνησε ν’ ασχοληθώ με την ποίηση και την καλλιτεχνία». Για να τιμήσει μάλιστα, ο Ορέστης, τον αδελφό του Βασίλη, γράφει το πολύστιχο ποίημα “Πλοίαρχος Βασίλης Λάσκος”, από το οποίο παραθέτουμε μικρά αποσπάσματα:
 Μάνα μου χωριάτισσα, κυρα-Παμεινώνταινα, κυρα-Μαριγώ,
απ’ τα τέσσερα σερνικά βλαστάρια σου
στα στερνά σου απόμεινα τώρα μόνο εγώ.

…………………

Τι στο πέλαγο κατάντικρυ,
στα Σκιαθίτικα ακρογιάλια 
του Σταυρού μιαν ήρεμη βραδιά 
αχ, ο Βάσος μας σκοτώθηκε
πολεμώντας σα λιοντάρι για τη λευτεριά.

…………………

Το μαντάτο τούτο το φριχτό
τ’ άρπαξαν του πέλαγου τα κύματα
τ’ άρπαξαν και οι γλάροι στον αγέρα
και το κάνανε τραγούδι θλιβερό
και το κάνανε τραγούδι και το σκόρπισαν
πέρα ως πέρα
κι έλεαν για το σκοτωμένο παλικάρι
και τα κύματα, και οι γλάροι,

…………………

Μάνα μου χωριάτισσα, κυρα-Παμεινώνταινα, κυρα-Μαριγώ,
έτσι, σαν το Βάσο μας 
άμποτες να πέθαινα και γω!

 

[Μ. Καραγάτσης, Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος, εκδόσεις “Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ”, Αθήνα 2021]

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025

Αλβέρτος Σβάιτσερ, του Τάσου Αθανασιάδη


Ο Τάσος Αθανασιάδης, συγγραφέας της Γενιάς του ‘30, αποφασίζει στις αρχές της δεκαετίας του 1960 να γράψει τη βιογραφία του μεγάλου ανθρωπιστή, του ποιητή της χριστιανικής δράσης, Αλβέρτου Σβάιτσερ, για την οποία μάλιστα τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Βιογραφίας 1963.

Γιατί όμως ένας συγγραφέας, που έχει χαρακτηριστεί ως βασικός εισηγητής του “μυθιστορήματος-ποταμού” (roman-fleuve) παρεκκλίνει και επιλέγει να συγγράψει μια βιογραφία; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό ίσως βρίσκεται στην πίστη της Γενιάς του ‘30 στο Πνεύμα, στο, κατά Θεοτοκά, Δαιμόνιο, την εσώτερη εκείνη δύναμη που οδηγεί τον άνθρωπο εμπρός και εν τέλει την κοινωνία σε εξέλιξη. Ο Αθανασιάδης, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει, θεωρεί ότι το Πνεύμα δεν περιορίζεται στον χώρο της Λογοτεχνίας. Το Πνεύμα εκφράζεται και πάει, άλλοτε προς την Επιστήμη, άλλοτε προς τη Λογοτεχνία, άλλοτε προς τη Φιλοσοφία. Έχοντας ερευνήσει και μελετήσει συστηματικά τα κείμενα του Σβάιτσερ, ο Αθανασιάδης συνειδητοποιεί ότι ο μεγάλος Μαχητής της Ανθρωπιάς, δρα υπό την καθοδήγηση του Πνεύματος, που φωνή γίνεται εσωτερική και του υπενθυμίζει πως “δεν έχει δικαίωμα να δέχεται την ευτυχία του σαν αναφαίρετο προνόμιο όταν γύρω του η δυστυχία περισσεύει”.

Χρέος, λοιπόν, γίνεται για τον Αθανασιάδη, η βιογραφία του ανθρώπου που πορεύτηκε υπηρετώντας την υπέρτατη έννοια “Σεβασμός προς τη Ζωή”. Ο συγγραφέας, καλεί τον αναγνώστη σε μια πορεία στον χώρο και τον χρόνο όπου έζησε και έδρασε ο Σβάιτσερ. Διπλός ο χώρος, δυτικός κόσμος και Αφρική. Διπλός και ο αγώνας του φιλόσοφου, θεολόγου, μουσικού, γιατρού και φιλάνθρωπου. Τον ακολουθούμε στα ταξίδια του στον εκτός Αφρικής κόσμο και τον βλέπουμε να παλεύει για τη διάσωση της ανθρωπότητας από το χάος, κηρύττοντας την αναγκαιότητα της αναζήτησης των ιδανικών ενός γνήσιου πολιτισμού. Επιστρέφουμε μαζί του στην Ισημερινή Αφρική, στην “πρωτοπορία του Βασιλείου του Θεού”, όπου η ζωή άλλο δεν είναι από μια “αδιάκοπη λιποταξία από τον θάνατο”. Σε κάθε όμως στιγμή του χρόνου, σε κάθε στίγμα του χώρου, βλέπουμε τη ζωή του Σβάιτσερ να κορυφώνεται στον τριπλό προορισμό της: Υμνώντας το έργο του Θεού σαν μουσικός, κηρύττοντάς το σαν θεολόγος, εκτελώντας το σαν καλός Σαμαρείτης.

Εντυπωσιακή η ικανότητα του συγγραφέα να συνδυάζει την ιστορική ακρίβεια με μια συναρπαστική αφηγηματική ροή. Έτσι, ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του Σβάιτσερ παράλληλα με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και τον κόσμο και κατανοεί ευκολότερα και σε μεγαλύτερο βάθος την αξία του σπουδαίου έργου του.

Πολλά τα σημεία που προβληματίζουν τον αναγνώστη αλλά και λειτουργούν σχεδόν διδακτικά γι’ αυτόν. Η πλήρης ηθική, με την έννοια της υποχρέωσής μας να είμαστε καλοί και σπλαχνικοί απέναντι σε όλα τα όντα, και ο ρόλος αυτής – της ηθικής – στην πνευματική επικοινωνία μας με όλον τον κόσμο. Το πρότυπο του ενεργητικού χριστιανού, στη συνείδηση του οποίου η λογική δεν αντιμάχεται την πίστη. Το βαθύτερο νόημα της ζωής που άλλο δεν είναι από τον σεβασμό σε κάθε ύπαρξη. Η ανάγκη για αδιάκοπη και άφοβη αναζήτηση της αλήθειας στον κόσμο του πνεύματος, όσο και στην κοινωνική ζωή. Η διαπίστωση ότι η αποδοχή της ευτυχίας ως δώρο στη ζωή του ανθρώπου δίχως ανταπόδωση, καταντά πράξη εγωιστική, πράξη αμαρτίας. Η άρνηση της παρούσας ζωής, εν αναμονή του μετά από αυτήν κόσμου, αναιρεί κάθε πρόοδο. Όποιος ενεργεί τιμώντας τη ζωή, θεωρεί αγαθό όχι μόνο τη δική του μα και κάθε άλλη θέληση για ζωή, σαν να ‘ταν η ξένη αυτή θέληση για ζωή η ίδια η δική του. Η πρόοδος της τεχνολογίας, με την πρωτοφανή λαμπρότητά της μπορεί να βλάψει τις ηθικές αξίες, οι οποίες λόγω της πλασματικής τεχνολογικής ευδαιμονίας, δεν αναπροσαρμόζονται, δεν αναθεωρούνται και καθίστανται αδύναμες να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες ζωής.

Ο Τάσος Αθανασιάδης έχει δηλώσει σε συνέντευξή του ότι η Λογοτεχνία είναι η Συνείδηση μιας κοινωνίας. Ως εργάτης της Λογοτεχνίας ο ίδιος και μάλιστα δημιουργώντας σύμφωνα με τις επιταγές της Γενιάς του ‘30, αναλαμβάνει τη δική του ευθύνη, εκπληρώνει το δικό του το χρέος. Μέσα από τη βιογραφία του Αλβέρτου Σβάιτσερ παρουσιάζει το πρότυπο του ανθρώπου που αν υιοθετηθεί από τους λαούς του κόσμου, “Ευτυχία ατέλειωτη” θα ‘ναι η ζωή στη μικρή γωνιά του Σύμπαντος που μας ορίστηκε να ζούμε. Ουτοπικός στόχος, θα πουν κάποιοι, και πέρα από κάθε φαντασία. Απάντηση δίνει ο ίδιος ο Σβάιτσερ, μέσα από την ιστορία του βίου του, όπως την κατέγραψε ο Αθανασιάδης. Το Λαμπαρενέ, που με πίστη και σκληρό αγώνα, από κόλαση παράδεισος έγινε για ένα πλήθος βασανισμένων ψυχών, λειτουργεί ως απόδειξη πραγματική και ελπιδοφόρα. Έως και σήμερα...

[Τάσος Αθανασιάδης, Αλβέρτος Σβάιτσερ, Εκδόσεις "Βιβλιοπωλείον της Εστίας", Αθήνα 2008]