Κυριακή 16 Μαρτίου 2025

 

     Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος, του Μ. Καραγάτση

     Κάθε φορά που ξεκινάμε την ανάγνωση ενός βιβλίου, εμπλεκόμαστε σε έναν διάλογο με την εποχή κατά την οποία γράφτηκε ή, όχι σπάνια, ερχόμαστε και σε σύγκρουση με την εποχή αυτή. Σύγκρουση, που εξηγείται από το γεγονός ότι ξεχνάμε πως το κείμενο που κρατούμε στα χέρια μας γεννήθηκε σε μια άλλη ιστορική συγκυρία. Πριν αρχίσουμε λοιπόν την ανάγνωση της μυθιστορηματικής βιογραφίας “Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος”, ας έχουμε σε μια γωνιά της σκέψης μας τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε το έργο. Έτσι, οι δικές μας προσλαμβάνουσες δεν θα “επαναστατήσουν” και θα μας επιτρέψουν να έρθουμε σε διάλογο και όχι σε σύγκρουση, με τον λόγο του συγγραφέα.

     Το συγκεκριμένο βιβλίο, μπορούμε να πούμε ότι ανήκει στα Ιστορικά του Καραγάτση μαζί με το “Σέργιος και Βάκχος”, την ιστορία δυο ξεχασμένων αγίων - παρατηρητών της ελληνικής ιστορίας στην εξέλιξή της, και το “Ιστορία των Ελλήνων: ο αρχαίος κόσμος”. Η ιστορία, λοιπόν, είναι αυτή που οδηγεί την πένα του συγγραφέα καθώς βιογραφεί τον ήρωά του και, κατά την άποψή μου, έχει και τον πρώτο ρόλο σε σχέση με τη μυθοπλασία. Ο ήρωας του βιβλίου, υπαρκτό πρόσωπο: ο αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος. Γεννημένος το 1899 στην Ελευσίνα και μεγαλωμένος σε μια πολυμελή αρβανίτικη οικογένεια. Φοιτά στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και αργότερα εκπαιδεύεται στα υποβρύχια, στα οποία αφιερώνει τη ζωή του, μέχρι τέλους. Μετά την απόταξή του από το Ναυτικό λόγω της συμμετοχής του στο Κίνημα του ‘35, έρχονται χρόνια άδεια και αδιάφορα για τον Λάσκο ο οποίος δεν παύει να λαχταρά την επιστροφή του στην ενεργό δράση. Λίγο καιρό μετά τη γερμανική εισβολή, διαφεύγει στη Μέση Ανατολή, επανεντάσσεται στο Πολεμικό Ναυτικό και ορίζεται κυβερνήτης του παλαιού πια υποβρυχίου “Κατσώνης” με το οποίο επιχειρεί και στο οποίο χάνει τη ζωή του, όπως πάντα το ονειρευόταν: πολεμώντας, στις 14 του Σεπτέμβρη του 1943, ημέρα εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.

     Γιατί αποφασίζει όμως ο Καραγάτσης να γράψει για τον Λάσκο; Είναι το βιβλίο αυτό άλλο ένα ψυχογράφημα; Κι αν είναι, τι παραπάνω έχει να αποκομίσει ο αναγνώστης απ’ όσα αποκόμισε διαβάζοντας τον Λιάπκιν ή τον Γιούγκερμαν; Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, το παραπάνω ερώτημα βρίσκει την απάντησή του. Στόχος του συγγραφέα είναι να παρουσιάσει έναν ήρωα και την κινητήρια δύναμη που τον οδηγεί προς τον ηρωισμό, που άλλη δεν είναι από τη δύναμη του ελεύθερου πνεύματος. Σχεδόν σε κάθε σελίδα συναντούμε και ένα μικρό ή μεγάλο δηλωτικό στοιχείο του ελεύθερου πνεύματος του ήρωα. Ο Λάσκος περιφρονεί την ανθρώπινη ανάγκη της επιβίωσης. Ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος. Υπάρχει και το πνεύμα, ο πλούτος της σκέψεως! Ενδιαφέρεται για τον αγώνα και τη νίκη και λαχταρά τη δόξα και την υστεροφημία. Εμφανίζεται σαν να γνωρίζει εκ των προτέρων το ηρωικό τέλος. Αυτή η γνώση, όμως, του τέλους, τον οδηγεί στο να παλεύει να ζήσει τη ζωή σχεδόν κατασπαράσσοντάς την και τον ρίχνει στις υλικές απολαύσεις  δίχως μέτρο. Η άμετρη άγρα της σάρκας δεν νεκρώνει μέσα του την αγάπη της γυναίκας, μα σαν αναμετριέται όμως, η αγάπη της γυναίκας με την αγάπη της θάλασσας, η θάλασσα και η ελευθερία που γεννά στην ψυχή του, τον κερδίζουν. Βασανίζεται ο ήρωας συχνά από επικίνδυνες κρίσεις θυμού και παλεύει να τιθασεύσει τα νεύρα του. Κι όταν φτάνει σε όρια επικίνδυνα, επιστρέφει στη γενέθλια γη της Ελευσίνας. Ιντερμέδιο αγνότητας οι επιστροφές αυτές, σημειώνει ο συγγραφέας, για την ανάπαυση όχι του κορμιού μα της ψυχής.

     Γεννημένος ήρωας ο Λάσκος, και σαν ήρωας δρα παράτολμα, στα όρια της τρέλας γιατί, όπως δηλώνει μέσω της πένας του Καραγάτση, δίχως τρέλα, δεν γίνεται τίποτα. Γεννημένος ήρωας ο Λάσκος, και, σαν τους ήρωες του Ομήρου, τιμά τη φιλία και παλεύει γι’ αυτήν με πράξεις αδιανόητες για έναν απλό και συνηθισμένο άνθρωπο. Όσο για τη σχέση του με τον Θεό, ο Βασίλης Λάσκος, κατά τον συγγραφέα, πιστεύει σ’ αυτόν. Είναι Χριστιανός Ορθόδοξος από πεποίθηση, όμως είναι μεγάλος αμαρτωλός σαρκικά. Ποτέ δεν εμίσησε, δεν εφθόνησε, δεν είπε ψέματα, δεν έκλεψε, μα η ψυχή του έχει κι αυτή τα σκοτεινά σημάδια της, γεννημένα από τη φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία ίσως και την υπερφίαλη, κάποιες φορές, συμπεριφορά του. Γεννημένος ήρωας ο Λάσκος και το γνωρίζει. Περιμένει με λαχτάρα την ώρα της δόξας, την ώρα της γέννησης του δικού του θρύλου. Κι όπως στα χρόνια του Σηκωμού του Γένους, έτσι και στις 14 του Σεπτέμβρη του ‘43, ο θρύλος του αντιπλοίαρχου Βασίλη Λάσκου γεννιέται από το βόλι του εχθρού.

     Αν θέλουμε να σχολιάσουμε τη γραφή του Καραγάτση, πρέπει να πούμε ότι είναι ιδιαίτερη και, σήμερα, ίσως προκαλεί αντιδράσεις, ιδίως σε όσους δεν έχουν ασχοληθεί με το έργο του. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή του σχολίου μας, ας έχουμε σε μια γωνιά της σκέψης μας τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκε το έργο αυτό. Ας μη  βιαστούμε να κατηγορήσουμε τον συγγραφέα για μισογυνισμό ή για άμετρη προβολή μιας ανδροκρατούμενης, πατριαρχικής και βαθιά καταπιεστικής κοινωνίας. Οι δομές της κοινωνίας, σίγουρα αλλάζουν, όπως και οι ιδέες με το πέρασμα του χρόνου. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι μπορούμε να αντιμετωπίζουμε αφοριστικά το έργο ανθρώπων οι οποίοι, αν μη τι άλλο, κατέγραψαν μια ολόκληρη εποχή. Ο Καραγάτσης ανήκει στη Γενιά του ‘30 και γράφει σύμφωνα με τις αρχές της. Δεν δημιουργεί έναν εξιδανικευμένο ήρωα αλλά παρουσιάζει τον Βασίλη Λάσκο με ρεαλιστική γραφή, αναδεικνύοντας τόσο την ανδρεία όσο και τις ανθρώπινες αδυναμίες του. Επίσης, εμβαθύνει στην ψυχολογία του Βασίλη Λάσκου, παρουσιάζοντάς τον όχι μόνο ως στρατιωτικό ηγέτη αλλά και ως άνθρωπο με συναισθήματα, σκέψεις και προσωπικά διλήμματα. Χρησιμοποιείται πλούσια, ρέουσα δημοτική γλώσσα, γεμάτη ένταση και εικόνες. Παράλληλα, γίνεται χρήση κινηματογραφικών περιγραφών και δυναμικών σκηνών μάχης που θυμίζουν ευρωπαϊκή πεζογραφία. Υπάρχουν, επίσης, έντονα στοιχεία πατριωτισμού και ηρωισμού τα οποία παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα βαθιάς συνειδητοποίησης και αίσθησης ευθύνης.

     Ολοκληρώνοντας το σχόλιο μας, αξίζει να προσθέσουμε μερικές γραμμές σχετικά με τη στάση του αντιπλοίαρχου Βασίλη Λάσκου απέναντι στην ποίηση. Ο Καραγάτσης, θεωρώντας ίσως ότι στη ζωή ενός ήρωα δεν μπορεί να βρεθεί χώρος και χρόνος για την ποίηση,  αναφέρει πως ο Βασίλης Λάσκος επιπλήττει τον μικρό του αδερφό Ορέστη, ο οποίος θέλει να ασχοληθεί με την ποίηση. Όμως η Ανδρομάχη Χουρδάκη, στις Πράξεις Ποιητών της Δευτέρας 2 Νοεμβρίου 2020, όπου παρουσιάζει το έργο του ποιητή Ορέστη Λάσκου, σημειώνει ότι ο Ορέστης έλεγε πως η επίπληξη αυτή δεν ήταν παρά ένα εύρημα του Καραγάτση, συμπληρώνοντας: «Ο αδελφός μου Βασίλης με λάτρευε όπως τον λάτρευα κι εγώ. Καμάρωνε που έγραφα ποιήματα. Κι ακόμη, όταν παράτησα την Ιατρική Σχολή, στην οποία φοίτησα δύο χρόνια, και ύστερα τη Σχολή Ευελπίδων, στην οποία είχα μπει πρώτος και σε έξι μήνες πήδησα τη μάντρα της Σχολής και έφυγα, ο Βασίλης δε με μάλωσε, αλλά με παρακίνησε ν’ ασχοληθώ με την ποίηση και την καλλιτεχνία». Για να τιμήσει μάλιστα, ο Ορέστης, τον αδελφό του Βασίλη, γράφει το πολύστιχο ποίημα “Πλοίαρχος Βασίλης Λάσκος”, από το οποίο παραθέτουμε μικρά αποσπάσματα:
 Μάνα μου χωριάτισσα, κυρα-Παμεινώνταινα, κυρα-Μαριγώ,
απ’ τα τέσσερα σερνικά βλαστάρια σου
στα στερνά σου απόμεινα τώρα μόνο εγώ.

…………………

Τι στο πέλαγο κατάντικρυ,
στα Σκιαθίτικα ακρογιάλια 
του Σταυρού μιαν ήρεμη βραδιά 
αχ, ο Βάσος μας σκοτώθηκε
πολεμώντας σα λιοντάρι για τη λευτεριά.

…………………

Το μαντάτο τούτο το φριχτό
τ’ άρπαξαν του πέλαγου τα κύματα
τ’ άρπαξαν και οι γλάροι στον αγέρα
και το κάνανε τραγούδι θλιβερό
και το κάνανε τραγούδι και το σκόρπισαν
πέρα ως πέρα
κι έλεαν για το σκοτωμένο παλικάρι
και τα κύματα, και οι γλάροι,

…………………

Μάνα μου χωριάτισσα, κυρα-Παμεινώνταινα, κυρα-Μαριγώ,
έτσι, σαν το Βάσο μας 
άμποτες να πέθαινα και γω!

 

[Μ. Καραγάτσης, Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος, εκδόσεις “Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ”, Αθήνα 2021]

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025

Αλβέρτος Σβάιτσερ, του Τάσου Αθανασιάδη


Ο Τάσος Αθανασιάδης, συγγραφέας της Γενιάς του ‘30, αποφασίζει στις αρχές της δεκαετίας του 1960 να γράψει τη βιογραφία του μεγάλου ανθρωπιστή, του ποιητή της χριστιανικής δράσης, Αλβέρτου Σβάιτσερ, για την οποία μάλιστα τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Βιογραφίας 1963.

Γιατί όμως ένας συγγραφέας, που έχει χαρακτηριστεί ως βασικός εισηγητής του “μυθιστορήματος-ποταμού” (roman-fleuve) παρεκκλίνει και επιλέγει να συγγράψει μια βιογραφία; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό ίσως βρίσκεται στην πίστη της Γενιάς του ‘30 στο Πνεύμα, στο, κατά Θεοτοκά, Δαιμόνιο, την εσώτερη εκείνη δύναμη που οδηγεί τον άνθρωπο εμπρός και εν τέλει την κοινωνία σε εξέλιξη. Ο Αθανασιάδης, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει, θεωρεί ότι το Πνεύμα δεν περιορίζεται στον χώρο της Λογοτεχνίας. Το Πνεύμα εκφράζεται και πάει, άλλοτε προς την Επιστήμη, άλλοτε προς τη Λογοτεχνία, άλλοτε προς τη Φιλοσοφία. Έχοντας ερευνήσει και μελετήσει συστηματικά τα κείμενα του Σβάιτσερ, ο Αθανασιάδης συνειδητοποιεί ότι ο μεγάλος Μαχητής της Ανθρωπιάς, δρα υπό την καθοδήγηση του Πνεύματος, που φωνή γίνεται εσωτερική και του υπενθυμίζει πως “δεν έχει δικαίωμα να δέχεται την ευτυχία του σαν αναφαίρετο προνόμιο όταν γύρω του η δυστυχία περισσεύει”.

Χρέος, λοιπόν, γίνεται για τον Αθανασιάδη, η βιογραφία του ανθρώπου που πορεύτηκε υπηρετώντας την υπέρτατη έννοια “Σεβασμός προς τη Ζωή”. Ο συγγραφέας, καλεί τον αναγνώστη σε μια πορεία στον χώρο και τον χρόνο όπου έζησε και έδρασε ο Σβάιτσερ. Διπλός ο χώρος, δυτικός κόσμος και Αφρική. Διπλός και ο αγώνας του φιλόσοφου, θεολόγου, μουσικού, γιατρού και φιλάνθρωπου. Τον ακολουθούμε στα ταξίδια του στον εκτός Αφρικής κόσμο και τον βλέπουμε να παλεύει για τη διάσωση της ανθρωπότητας από το χάος, κηρύττοντας την αναγκαιότητα της αναζήτησης των ιδανικών ενός γνήσιου πολιτισμού. Επιστρέφουμε μαζί του στην Ισημερινή Αφρική, στην “πρωτοπορία του Βασιλείου του Θεού”, όπου η ζωή άλλο δεν είναι από μια “αδιάκοπη λιποταξία από τον θάνατο”. Σε κάθε όμως στιγμή του χρόνου, σε κάθε στίγμα του χώρου, βλέπουμε τη ζωή του Σβάιτσερ να κορυφώνεται στον τριπλό προορισμό της: Υμνώντας το έργο του Θεού σαν μουσικός, κηρύττοντάς το σαν θεολόγος, εκτελώντας το σαν καλός Σαμαρείτης.

Εντυπωσιακή η ικανότητα του συγγραφέα να συνδυάζει την ιστορική ακρίβεια με μια συναρπαστική αφηγηματική ροή. Έτσι, ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του Σβάιτσερ παράλληλα με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και τον κόσμο και κατανοεί ευκολότερα και σε μεγαλύτερο βάθος την αξία του σπουδαίου έργου του.

Πολλά τα σημεία που προβληματίζουν τον αναγνώστη αλλά και λειτουργούν σχεδόν διδακτικά γι’ αυτόν. Η πλήρης ηθική, με την έννοια της υποχρέωσής μας να είμαστε καλοί και σπλαχνικοί απέναντι σε όλα τα όντα, και ο ρόλος αυτής – της ηθικής – στην πνευματική επικοινωνία μας με όλον τον κόσμο. Το πρότυπο του ενεργητικού χριστιανού, στη συνείδηση του οποίου η λογική δεν αντιμάχεται την πίστη. Το βαθύτερο νόημα της ζωής που άλλο δεν είναι από τον σεβασμό σε κάθε ύπαρξη. Η ανάγκη για αδιάκοπη και άφοβη αναζήτηση της αλήθειας στον κόσμο του πνεύματος, όσο και στην κοινωνική ζωή. Η διαπίστωση ότι η αποδοχή της ευτυχίας ως δώρο στη ζωή του ανθρώπου δίχως ανταπόδωση, καταντά πράξη εγωιστική, πράξη αμαρτίας. Η άρνηση της παρούσας ζωής, εν αναμονή του μετά από αυτήν κόσμου, αναιρεί κάθε πρόοδο. Όποιος ενεργεί τιμώντας τη ζωή, θεωρεί αγαθό όχι μόνο τη δική του μα και κάθε άλλη θέληση για ζωή, σαν να ‘ταν η ξένη αυτή θέληση για ζωή η ίδια η δική του. Η πρόοδος της τεχνολογίας, με την πρωτοφανή λαμπρότητά της μπορεί να βλάψει τις ηθικές αξίες, οι οποίες λόγω της πλασματικής τεχνολογικής ευδαιμονίας, δεν αναπροσαρμόζονται, δεν αναθεωρούνται και καθίστανται αδύναμες να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες ζωής.

Ο Τάσος Αθανασιάδης έχει δηλώσει σε συνέντευξή του ότι η Λογοτεχνία είναι η Συνείδηση μιας κοινωνίας. Ως εργάτης της Λογοτεχνίας ο ίδιος και μάλιστα δημιουργώντας σύμφωνα με τις επιταγές της Γενιάς του ‘30, αναλαμβάνει τη δική του ευθύνη, εκπληρώνει το δικό του το χρέος. Μέσα από τη βιογραφία του Αλβέρτου Σβάιτσερ παρουσιάζει το πρότυπο του ανθρώπου που αν υιοθετηθεί από τους λαούς του κόσμου, “Ευτυχία ατέλειωτη” θα ‘ναι η ζωή στη μικρή γωνιά του Σύμπαντος που μας ορίστηκε να ζούμε. Ουτοπικός στόχος, θα πουν κάποιοι, και πέρα από κάθε φαντασία. Απάντηση δίνει ο ίδιος ο Σβάιτσερ, μέσα από την ιστορία του βίου του, όπως την κατέγραψε ο Αθανασιάδης. Το Λαμπαρενέ, που με πίστη και σκληρό αγώνα, από κόλαση παράδεισος έγινε για ένα πλήθος βασανισμένων ψυχών, λειτουργεί ως απόδειξη πραγματική και ελπιδοφόρα. Έως και σήμερα...

[Τάσος Αθανασιάδης, Αλβέρτος Σβάιτσερ, Εκδόσεις "Βιβλιοπωλείον της Εστίας", Αθήνα 2008]

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

    Μάθημα Ελληνικών, της Χαν Γκανγκ

      Tο Μάθημα Ελληνικών, της βραβευμένης με Νόμπελ Λογοτεχνίας Κορεάτισσας συγγραφέως Χαν Κανγκ, έχει ως θέμα την ιστορία δύο ανθρώπων των οποίων η ζωή κυριαρχείται από το τραύμα. Ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Δίχως όνομα δοσμένο από τη συγγραφέα, για κανέναν από τους δυο, ίσως γιατί στόχος της δεν είναι να διηγηθεί τον βίο τους αλλά να μιλήσει για τα στοιχεία που γέννησαν στην ψυχή τους το τραύμα.

    Ο άνδρας. Καθηγητής Αρχαίων Ελληνικών σε μια ιδιωτική ακαδημία όπου φοιτούν ενήλικες, σε ώρες νυχτερινές. Έχει μεγαλώσει στη Γερμανία αλλά έχει επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του, την Κορέα. Ζει μόνος του, βασανιζόμενος από την, χρόνο με τον χρόνο, διαρκώς επιδεινούμενη απώλεια της όρασής του, η οποία μάλιστα είναι κληρονομική και μάλλον φυλοσύνδετη αφού και ο πατέρας του βίωσε το ίδιο ακριβώς πρόβλημα υγείας.

    H γυναίκα. Καθηγήτρια Λογοτεχνίας, η οποία δε διδάσκει πια αφού υποφέρει από επιλεκτική αλαλία. Όταν σταμάτησε να μιλάει, την ώρα που δίδασκε, ήταν η δεύτερη φορά που η φωνή της έσβησε. Στα χρόνια της εφηβείας, είχε βιώσει την απώλεια της φωνής για πρώτη φορά. Και, μια λέξη, από μια ξένη γλώσσα, ενός ξένου τόπου γι’ αυτήν, την είχε βοηθήσει να ανακτήσει τη φωνή της. Μπιμπλιοτέκ. Βιβλιοθήκη. Αυτό το γεγονός, την οδηγεί στον παρόντα χρόνο να εγγραφεί στην τάξη του μαθήματος Αρχαίων Ελληνικών, πιστεύοντας ότι όπως τότε τα Γαλλικά, έτσι και τώρα τα Αρχαία Ελληνικά, ίσως θεραπεύσουν την αλαλία της.

   Το ερώτημα που ίσως γεννιέται ξεκινώντας την ανάγνωση του Μαθήματος Ελληνικών είναι γιατί η συγγραφέας επιλέγει να εγγράψει την ηρωίδα της στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών. Μέσα στο βιβλίο διαβάζουμε ότι η ηρωίδα αν μπορούσε να έχει επιλέξει μια άλλη αρχαία γλώσσα όπως τα Σανσκριτικά ή τα Βιρμανικά, θα το έκανε. Κι όμως η συγγραφέας την εγγράφει στο μάθημα Αρχαίων Ελληνικών. Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα ίσως βρίσκεται μέσα στον πυρήνα του βιβλίου της Χαν Κανγκ, ο οποίος έχει στοιχεία Φιλοσοφίας. Για να μελετήσει όμως κάποιος Φιλοσοφία μέσα από τους Κλασικούς, και το γνωρίζει αυτό η συγγραφέας, θα πρέπει να έχει γνωρίσει πρώτα τα Αρχαία Ελληνικά. Τη γλώσσα όπου, πολύ συχνά, μια μεμονωμένη λέξη μπορεί να περιέχει πολυεπίπεδες έννοιες. Μια τέτοια μεμονωμένη λέξη, πλήρης εννοιών, θα μπορούσε να οδηγήσει στη λύση των δεσμών της αλαλίας της ηρωίδας. Όπως στα εφηβικά της χρόνια, που η βιβλιοθήκη, ξενικά μεταγραμμένη, την είχε για καιρό λυτρώσει.

    Οι δύο χαρακτήρες, ο άνδρας και η γυναίκα, η γυναίκα και ο άνδρας, αφηγούνται εναλλάξ σκηνές από τη ζωή τους και αυτή η εναλλαγή πλέκει έναν θαυμάσιο αφηγηματικό μαίανδρο. Οι ζωές των δύο προσώπων έχουν κάποια κοινά στοιχεία. Και οι δύο, δίνουν έναν αγώνα, διαφορετικό βέβαια ο καθένας. Και οι δύο βασανίζονται από την απώλεια. Και οι δύο, επίσης, βιώνουν το συναίσθημα της μοναξιάς.

   Η αφήγηση του άνδρα συντελείται σε πρώτο πρόσωπο. Ο καθηγητής, λοιπόν, μιλά για το παρελθόν του στη Γερμανία όπου έζησε σχεδόν είκοσι χρόνια, για τον χαμένο πια σύνδεσμο με τον τόπο και την οικογένειά του και βέβαια για την απώλεια της όρασής του η οποία τον οδηγεί στην τύφλωση. Η αφήγηση της γυναίκας, από την άλλη, συντελείται σε τρίτο πρόσωπο. Στα βιώματα που καθορίζουν, που κλονίζουν μάλλον, τη ζωή της, ανήκουν η απώλεια της μητέρας της αλλά και η απώλεια της επιμέλειας του παιδιού της μετά από δικαστική διαμάχη με τον πρώην σύζυγό της. Είναι τόση η θλίψη της αλλά και η διάθεσή της για παραίτηση που το πρώτο πρόσωπο στη δική της αφήγηση δεν υφίσταται. Έτσι, η συγγραφέας εκπληρώνει την υποχρέωσή της απέναντι στην ηρωίδα να μιλήσει για λογαριασμό της. Σε τρίτο πρόσωπο.

    Στόχος της συγγραφέως, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν είναι να διηγηθεί τον βίο των ηρώων της. Όπως και η ίδια έχει δηλώσει, στόχος της είναι η αναζήτηση και η ανάδειξη της τρυφερότητας και της ευαισθησίας των σύγχρονων ανθρώπων οι οποίοι, σαν τους ήρωες του Μαθήματος Ελληνικών, τυφλοί και άλαλοι χάνουν τον κόσμο σιγά σιγά και οδηγούνται στο σκοτάδι. Στόχος της συγγραφέως είναι να υπενθυμίσει πως το σκοτάδι μπορεί και να αποφευχθεί.

   Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται η πλοκή στο Μάθημα Ελληνικών. Η αίσθηση της ταχείας – και μη αναστρέψιμης - πορείας του άνδρα προς το σκοτάδι αλλά και η αίσθηση απόλυτης ψυχικής στασιμότητας - και παραίτησης ίσως - της γυναίκας, δημιουργούν στον αναγνώστη έντονα στοιχεία ενσυναίσθησης. Η συγγραφέας, λες και νιώθει τη λαχτάρα και την αγωνία του αναγνώστη, αποφασίζει να οδηγήσει τον ήρωα και την ηρωίδα της, με ποιητικό λόγο, στη στιγμή όπου η χαμένη όραση και η σιωπή, γιατρειά βρίσκουν με μια επαφή απείρως τρυφερή. Κι είναι η στιγμή εκείνη, η στιγμή που θα γεννηθεί η πρώτη συλλαβή μιας λέξης. Ίσως του Πλάτωνα ή του Επίκουρου, μπορεί και του Πυθαγόρα ή του Επίκτητου. Δεν είναι σίγουρο. Το σίγουρο είναι πως η λέξη αυτή για συμπόνοια θα μιλά, για αποδοχή, για κατανόηση. Θα μιλά για Αγάπη.

Χαν Γκανγκ, Μάθημα Ελληνικών, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2022

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

Το Γαλάζιο Βιβλίο, του Στράτη Μυριβήλη

Πριν ανοίξει ο αναγνώστης ένα βιβλίο, χρέος θαρρώ πως έχει να αναζητήσει έστω και λίγα στοιχεία για τον δημιουργό του. Να τον γνωρίσει, να χαιρετιστεί, νοερά, μαζί του για να καταφέρει να τον ακολουθήσει στο μονοπάτι της γραφής του. Το 1890 λοιπόν, στη Συκαμνιά, ένα χωριό φωλιασμένο στο Μυριβίλι, μια πλαγιά ενός βουνού της Λέσβου, γεννήθηκε ο Ευστράτιος Σταματόπουλος. Ο Ευστράτιος Σταματόπουλος, ο οποίος, ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Γενιάς του ‘30, θα γινόταν ευρύτερα γνωστός με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Στράτης Μυριβήλης.

Η ζωή του Μυριβήλη, μπορεί να χωριστεί σε τρεις περιόδους. Η πρώτη περίοδος είναι αυτή που έζησε ως στρατιώτης στους Βαλκανικούς Πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Η δεύτερη περίοδος είναι τα χρόνια στη Λέσβο και η τρίτη, τα χρόνια στην Αθήνα. Ο Μυριβήλης κατετάγη εθελοντικά στο στρατό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, όπου και τραυματίστηκε σοβαρά στη μάχη Κιλκίς-Λαχανά. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου κατετάγη ξανά, αλλά η εμπειρία που έζησε στα χαρακώματα συμμετέχοντας στην επιχείρηση προκάλυψης του Μοναστηρίου, τον οδήγησε στη συγγραφή του αντιπολεμικού μανιφέστου “Η Ζωή εν Τάφω”. Στα χρόνια της Αθήνας, συνεργάστηκε με την εφημερίδα “Πρωία” ως το 1936. Στην εφημερίδα κράτησε τη στήλη του καθημερινού χρονογραφήματος και τη στήλη «Διηγήματα της Κυριακής» στην οποία δημοσίευσε διηγήματα, τα περισσότερα από τα οποία αποτέλεσαν το υλικό για το Πράσινο και το Γαλάζιο βιβλίο.

Η τελευταία έκδοση του Γαλάζιου Βιβλίου, περιλαμβάνει δεκατέσσερα διηγήματα. Μέσα σε αυτά, ο συγγραφέας διατυπώνει τις σκέψεις του για σημαντικά θέματα. Μέσα σε αυτά, ο αναγνώστης θα βρει στοιχεία προβληματισμού σε ψυχολογικό, κοινωνικό, ηθικό και μυστηριακό (σχετικό με το νόημα της ύπαρξης) επίπεδο. Είναι συγκλονιστική η στιγμή που ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο των ψυχικώς νοσούντων. Άγιοι, κατά τον συγγραφέα, πλάσματα που ο Θεός τούς πήρε πίσω το φτωχό ανθρώπινο πνεύμα και τους εμφύσησε μέσα στο μυαλό τους την υπέρτατη σοφία Του. Έτσι, παρακολουθούμε τον Αντώνη να λέει κάθε φράση του δύο φορές, μία φορά για να τον ακούσει ο συνομιλητής του και μία φορά – χαμηλόφωνη – για να ακούσει ο ίδιος. Μπαίνουμε μαζί με τον συγγραφέα στο δωμάτιο με αριθμό 74 και ακούμε τον ασθενή νέο που ζει σε αυτό, να μιλά για τη φυγή, την αιτία της ακαταγώνιστης γοητείας που ασκεί η θάλασσα. Τον ακούμε να μιλά για την ενστικτώδη ορμή της φυγής, την ίδια ορμή, σκεφτόμαστε, που οδηγεί και τη Γενιά του ‘30 σε αναζήτηση μακρινών οριζόντων. Στην ίδια ορμή φυγής υποταγμένη και η ηρωίδα του δεύτερου διηγήματος, η Αστρούλα, ονειρεύεται ότι φεύγει, νιώθοντας θλίψη για εκείνους που πίσω μένουν. Ακόμα και στην Κεροδοσιά, μέσα στις λάσπες των χαρακωμάτων, ο Μπούμπας, βαρκάρης στην παλιά του ζωή, δοξάζει τη θάλασσα, την παστρικιά και άκρατη. Στο ίδιο διήγημα, επίσης, πώς να μη συγκινηθεί ο αναγνώστης σαν βλέπει την πίστη στο θείο ένα να γίνεται με τη λαχτάρα της επιστροφής στη γενέθλια γη, τη φορτωμένη με μνήμες άγιες και από την ένωση αυτή, να γεννιέται η θρησκεία της Αγάπης…

Στον Νικημένο Ήρωα, ο συγγραφέας βάζει τον ήρωά του, Αντρέα Σγούρδα, ανθυπολοχαγό εν αποστρατεία, προβιβασμένο επ’ ανδραγαθία στο πεδίο της μάχης, να θλίβεται για ό,τι η ζωή επιφυλάσσει στον άνθρωπο και να αναρωτιέται, να απορεί για τη φθορά στις ανθρώπινες σχέσεις. Στο Μεγάλο Σαλπάρισμα, το διήγημα που αφιερώνει ο Μυριβήλης στον “ποιητή ναύτη Νίκο Καββαδία”, τα καράβια, η θάλασσα και οι ανοιχτοί της δρόμοι κυριαρχούν και πάλι. Μεγάλη και παντοτινή η λαχτάρα της φυγής για τον ναυτικό που, με τα χρόνια, ένα γίνεται με το καράβι του. Το ταξίδι, το μοναδικό του όνειρο. Ακόμα και η ώρα του θανάτου, σαλπάρισμα για μεγάλο ταξίδι, πρωτάκουστο, σε θάλασσα αλλιώτικη, γίνεται.

Στο Χρονικό μιας Γριάς Τριανταφυλλιάς, άλλο δε θέλει να υμνήσει ο συγγραφέας παρά την ελπίδα και την αισιοδοξία. Τριαντάφυλλα υπάρχουν παντού, μας θυμίζει. Φτάνει να παραμερίζουμε τα φύλλα και τ’ αγκάθια. Πάντα υπάρχει μια δροσερή άνοιξη, νέα και αγνή που μας περιμένει με τα χέρια γεμάτα λουλούδια. Ακόμα και μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Στο δέκατο τρίτο διήγημα, αυτό με τον τίτλο “Δυο Παιδιά Μπροστά σ’ Έναν Τάφο”, ο Μυριβήλης επιστρέφει, μέσω της θάλασσας πάντα, στη γενέθλια γη και μαζί του φέρνει και τα δύο μικρά του παιδιά, τη Δροσούλα και τον Λάμπη. Θαρρείς για να τους διδάξει την ανάγκη της επιστροφής, για της ψυχής τη θεραπεία. Επίσης όμως, με απλό και γνήσιο λόγο διδάσκει τα παιδιά και τα βοηθά να γνωρίσουν, με θλίψη ίσως αλλά δίχως φόβο, την απώλεια. Μάρτυρας των σημαντικών στιγμών, ένα ροδάκινο, κοντά σ’ έναν σταυρό, κοντά στα λουλούδια μιας λυγαριάς.

Αυτές και άλλες πολλές οι σκέψεις που γεννούν οι σελίδες του Γαλάζιου Βιβλίου. Αδύνατον να κουραστεί ο αναγνώστης του. Έντονος ο λυρισμός στον λόγο του Μυριβήλη και ολοφάνερη η αγάπη του για τη γλώσσα του λαού. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είχε πολύ εύστοχα επισημάνει ότι όταν έγραφε, τον κατείχε ένας δημοτικιστικός ηδονισμός. Συγκλονισμένος από τις συνέπειες των πολεμικών συγκρούσεων, ο Μυριβήλης έγραψε τη Ζωή εν Τάφω κι ύστερα αποφάσισε να παρουσιάσει μέσα από τα διηγήματά του, τον νεοελληνικό λαϊκό βίο, με απλότητα, που θυμίζει κάποιες στιγμές τις πινελιές του, συντοπίτη του, λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ. Κλείνοντας το σύντομο αυτό σχόλιο, να θυμίσουμε αυτό που είπε ο Μυριβήλης: “Δεν είμαι τίποτα έξω από τα χαρτιά μου”. Και μόνο αυτή η φράση, δηλώνει την αφιέρωσή του στη συγγραφή. Και μόνο αυτή η φράση, σημαίνει πως αξίζει ο αναγνώστης, που δεν το έχει ήδη κάνει, να τον γνωρίσει.

[Στράτης Μυριβήλης, Το Γαλάζιο Βιβλίο, εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ "ΕΣΤΙΑΣ", Αθήνα 2023]

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2024

 

 Το Δαιμόνιο, του Γιώργου Θεοτοκά

            Ο Γιώργος Θεοτοκάς έγραψε “Το Δαιμόνιο” το 1938, εννιά χρόνια μετά τη συγγραφή και δημοσίευση του δοκιμίου με τίτλο “Ελεύθερο Πνεύμα”, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως πνευματική διακήρυξη της Γενιάς του ‘30.

            Η παραπάνω αναφορά είναι σημαντική κατά την άποψή μου, καθώς αν δεν προηγηθεί μια μικρή μελέτη του ιστορικού, κοινωνικού, πολιτισμικού πλαισίου της εποχής του ‘30, η εντύπωση που θα αποκομίσει ο αναγνώστης του “Δαιμονίου” θα είναι ότι ο Θεοτοκάς θέλησε να μιλήσει απλά για μια οικογένεια. Μια οικογένεια, η οποία ζει και δρα στη Χίο, και της οποίας οι συμπεριφορές, περίεργες, ιδιαίτερες και στα όρια του ψυχοπαθολογικού, είναι μάλλον αδύνατο να κατανοηθούν και να γίνουν αποδεκτές από τον κόσμο της επαρχιώτικης κοινωνίας του νησιού.

            Τα πράγματα όμως δεν είναι έτσι. Ο Θεοτοκάς, ανήκει στη Γενιά του ‘30. Και η Γενιά του ´30, οι πνευματικοί, δηλαδή, άνθρωποι που ζουν και δημιουργούν εκείνα τα χρόνια, έχουν ζήσει μεγάλους πολέμους και μια εθνική καταστροφή. Θέλουν όλα αυτά να μείνουν πίσω και οραματίζονται μια Ελλάδα η οποία πορεύεται εμπρός, μονάχα εμπρός. Το όραμα του Θεοτοκά, και της Γενιάς του ‘30, μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό, από τα περιεχόμενα του “Ελεύθερου Πνεύματος”: “Περίπατος στην Ευρώπη, Εθνικός Χαρακτήρας και Πνευματικός Μιλιταρισμός, Η ηθογραφία, Προϋποθέσεις μιας αληθινής πρωτοπορείας”.

            Έχοντας ο αναγνώστης κατανοήσει, έστω και σε μικρό βαθμό, το ελεύθερο πνεύμα της Γενιάς του ‘30, θα ανακαλύψει πολλά μες στις σελίδες του “Δαιμονίου”. Η κοινωνία της Χίου, έκφραση της παλιάς Ελλάδας, της ζώσας και δρώσας γύρω από τον άξονα της Παράδοσης. Η οικογένεια Χριστοφή από την άλλη, έκφραση της λαχτάρας για εκσυγχρονισμό και συμπόρευση με την Ευρώπη που, εκείνη την εποχή, βιώνει τεράστιες αλλαγές, κοινωνικές, επιστημονικές, πνευματικές. Και ο αφηγητής, ο ίδιος ο συγγραφέας, παρατηρεί, βιώνει τα όσα διαδραματίζονται, αγωνίζεται να τα κατανοήσει και να βρει τον τρόπο να πορευτεί και αυτός προς τα εμπρός δίχως όμως να απαρνηθεί την Παράδοση και το Παρελθόν.

            Το Δαιμόνιο, λοιπόν, που έχει κυριεύσει και ορίζει κάθε στιγμή της ζωής των μελών της οικογένειας Χριστοφή, μόνο κατ’ όνομα είναι σκοτεινό και φοβερό στην όψη. Όταν βγάζει τη μάσκα του, φανερώνεται η πραγματική του ταυτότητα. Μια δύναμη είναι, αστραφτερή και ακατανίκητη που οδηγεί όποιον βρίσκεται υπό την εξουσία της, εκεί που δίνονται οι μεγάλες μάχες, εκεί που γεννιούνται τα μεγάλα έργα.

            Θυσίες, όμως, μεγάλες, απαιτεί το Δαιμόνιο. Ακόμα και τον έρωτα, τον νόμο της ζωής, ζητά να στερηθούν όσοι είναι υπό την εξουσία του, λέγοντας πως η θαλπωρή, η ανάπαυση και η γαλήνη της συντροφικής ζωής, σβήνουν τη λαχτάρα για αναζήτηση, για αγώνα, για ζωή. Και σ’  όσους απορούν με το παράδοξο της άρνησης του έρωτα, το Δαιμόνιο, διά στόματος της Ιφιγένειας Χριστοφή, ζητά να μην απορούν και δηλώνει πως “ο κόσμος είναι γεμάτος ζητιανιά” για αγάπη κι ευτυχία. Μα, αλίμονο σε  όσους δεν καταφέρουν την ουσία του Δαιμονίου να αντιληφθούν, θύματά του, αθώα, μπορεί να γίνουν. Σαν τον Τζιν Μάρτιν που δεν κατάφερε να ερμηνεύσει τα όσα ήταν γραμμένα στης Ιφιγένειας την ψυχή.

    Επιγραμματικά, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το Δαιμόνιο των Χριστοφήδων, η ακατανίκητη αυτή δύναμη που οδηγεί στους μεγάλους δρόμους της οικουμένης, άλλο δεν είναι από το Ελεύθερο Πνεύμα που είχε κυριεύσει τη Γενιά του ‘30. Υποταγμένος, ίσως, ακόμα και ο Εμπειρίκος στο Δαιμόνιο, ύμνησε την ποίηση ανεβαίνοντας σε στίλβον ποδήλατο ή τραγούδησε το υπερωκεάνειο που βαρέθηκε κι εγκατέλειψε τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων.  Ίσως, τέλος, κι ο ίδιος ο Σεφέρης, τις προσταγές του Δαιμονίου ακολουθώντας, εκφράστηκε με λόγο ποιητικό για τον μεγάλο δρόμο του Συγγρού, τον δρόμο που  βγάζει στη θάλασσα, τον δρόμο, δηλαδή, που οδηγεί στο πνευματικό ταξίδι...

[Γιώργος Θεοτοκάς, Το Δαιμόνιο, Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ "ΕΣΤΙΑΣ", Αθήνα 1989]

Τρίτη 14 Μαΐου 2024

Φεύγουσα, της Ανδρομάχης Χουρδάκη


            Φεύγουσα Κόρη. Ένα θαυμάσιο γλυπτό βγαλμένο απ’ το εργαστήρι του Αγοράκριτου, μαθητή του Φειδία για το οποίο διαβάζουμε στον Οδηγό του Αρχαιολογικού Χώρου και του Μουσείου της Ελευσίνας στην σελ. 211: “...καμιά αλλοίωση στα χαρακτηριστικά του προσώπου δεν προδίδει τρόμο ή αγωνία (λόγω της φυγής)... ο τεχνίτης δε θέλησε να θυσιάσει την ομορφιά της Κόρης για να αποδώσει φυσιοκρατικά τα έντονα συναισθήματα ... δηλαδή, προτίμησε το κάλλος από την αληθοφάνεια...” Ποια είναι όμως η Φεύγουσα Κόρη; Ποια είναι η ταυτότητά της; Να 'ναι η Περσεφόνη που αναχωρεί από τον δίχως φως γάμο που της ορίστηκε από τη θεϊκή βουλή; Να 'ναι μια απ' τις Ωκεανίδες ή να 'ναι η Εκάτη που τα χέρια της δεν άντεξαν το βάρος από τις δάδες που κρατούσε για να φωτίζει το δρόμο της απόδρασης της Περσεφόνης από το σκοτάδι προς το Φως;

     Όποια και να είναι η Φεύγουσα, αυτό το υπέροχο μαρμάρινο γλυπτό που βρέθηκε να κείτεται στην ιερή γη της Ελευσίνας, στις μέρες μας έγινε πηγή έμπνευσης για την Ανδρομάχη Χουρδάκη, η οποία συνέγραψε το θεατρικό έργο με τίτλο "Φεύγουσα" “σε έξι πράξεις και στον ουρανό της ποίησης”.

        Η συγγραφέας, και μαζί της και εμείς, οι αναγνώστες, ακολουθούμε την Φεύγουσα Κόρη στο ταξίδι της. Ένα ταξίδι που αν και μπορεί να έχει κάποιες στάσεις αναγκαίας καταφυγής, είναι σε κάθε περίπτωση ένα ταξίδι γενναίας φυγής, πάντα προς τα εμπρός. Το παρελθόν της Φεύγουσας Κόρης αν και βαρύ και φορτωμένο με πόνο και πένθος, δεν βραδύνει τα βήματά της. Σε κάποιους σταθμούς της πορείας της, χαρίζει την αγάπη όπως αυτή την εννοεί. Μα οι άλλοι, αλλιώς την λογαριάζουν την αγάπη.  Αυτό, το γνωρίζει καλά η Φεύγουσα. Όπως καλά γνωρίζει πως στο τέλος παραμονεύει η προδοσία. Έχει τη δύναμη όμως και φεύγει από το ψέμα, “σφιχταγκαλιασμένη με την μοναξιά της”.

            Η Φεύγουσα, ιέρεια της Περσέφασσας, καταφύγιο έχει δώσει σ’ όλες του κόσμου τις γυναικείες ψυχές, μες στη δική της την ψυχή. Κι είναι οι ψυχές των γυναικών βαριές από πληγές αρχαίες και κατάρες που χάνονται στου χρόνου τις αρχές. Μα δε φοβάται η Κόρη. Πορεύεται μπροστά, όλο μπροστά και τις πληγές παλεύει να κλείσει και τις παλιές κατάρες παλεύει να σβήσει. Για χάρη της κυράς της, για χάρη όμως και του πλήθους των ψυχών των γυναικών που μέσα στη δική της ψυχή κλείνει.

            Η Φεύγουσα, φέρει εντός της την απώλεια, το πένθος, τον χαμένο έρωτα. Κι όμως, αντί το μαύρο να την κομματιάσει, δύναμη ώριμη της δίνει, τα βήματά της σταθερά και σίγουρα τα κάνει κι όνειρα για τα μελλούμενα γεννά. Ταξιδεύει η Φεύγουσα και σ’ όμορφους τόπους φτάνει. Μα όσο κι αν είναι όμορφος ο τόπος, το χρέος της να βρει όσα κρυμμένα αιώνες την προσμένουν, δε λησμονεί. Κι έτσι, δεν μένει, φεύγει.

            Από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της πορείας της Φεύγουσας, κατά την άποψή μου, η ώρα που φτάνει στον “ξεχασμένο κήπο της ζωής”, η ώρα που αναλογίζεται το παρελθόν της. Μόνη της έχει οδοιπορήσει ως εκεί, με τη μοναξιά βασιλικό στέμμα κι ακάνθινο στεφάνι μαζί, στην κεφαλή της. Ξαποσταίνει για λίγο και τ’ αγάλματα του κήπου καμαρώνει. Θυμάται πως έχει βρεθεί κι αυτή σε κήπο μυστικό κι έχει συνομιλήσει πολλές φορές με τ’ αγάλματα και ορμήνειες απ’ αυτά έχει λάβει. Και μαζί με τη Φεύγουσα, τα δικά μας, θυμόμαστε, τ’ αγάλματα, που άλλα δεν είναι από  τις μνήμες των ανθρώπων που δεν είναι πια κοντά μας. Μέσα στον ξεχασμένο κήπο, βλέπουμε την Φεύγουσα να θέλει να πλύνει το πουκάμισό της και ριγά η ψυχή μας. Ίσως γιατί θυμόμαστε την συνήθεια του πένθους αλλοτινών καιρών, να φορούν οι γυναίκες το ίδιο πουκάμισο κατάσαρκα ίσως και για έναν ολόκληρο χρόνο. Η ώρα της πλύσης του πουκάμισου, λοιπόν, η ώρα που η Κόρη αποφασίζει πως πλησιάζει πια η ώρα της λήξης του πένθους αιώνων.

            Με λαβύρινθο μοιάζει η πορεία της Φεύγουσας προς την εύρεση του τόπου όπου είναι κρυμμένα τα σημάδια του ονείρου της, του ονείρου που την οδηγεί στη φυγή. Ενώνεται η φωνή της ψυχής του αναγνώστη με τη φωνή του χορού, και την καλεί να μη φοβηθεί και της θυμίζει πως τα κρίματα τα παλιά που θα δει να φανερώνονται μπροστά της, κρίματα δικά της δεν είναι.

            Δύσκολο να σχολιάσει κανείς την ώρα που η Φεύγουσα βρίσκει ό,τι αναζητά. Ένα ταπεινό, μπακιρένιο δισκοπότηρο, στολισμένο με σκαλισμένα ανθάκια. Ταπεινό, αλλά πλήρες γνώσης, επίγνωσης, χάρης, δικαίωσης, ιδεών, ελπίδας και γιατρειάς της παλιάς αδικίας στο γένος των γυναικών. Κι είναι τόσο σημαντικό μες στην ταπεινότητά του ετούτο το δισκοπότηρο που μόνο σε καθαγιασμένο τόπο τού αξίζει, από άξια χέρια, να τοποθετηθεί.

            Θα ‘λεγε κανείς ότι ολοκληρώνεται η πορεία της Φεύγουσας, στον χώρο και τον χρόνο, στο τέλος του εξαιρετικού, και πλήρους ποιητικότητας, θεατρικού έργου της Ανδρομάχης Χουρδάκη. Κι όμως, όχι. Αν ολοκληρωνόταν, Φεύγουσα δε θα ‘ταν το όνομά της. Κι έμεινε άραγε κάποιο σημάδι της στους τόπους απ’ όπου πέρασε; Στη βίλα της Αυγής τα βήματά σας αν σας φέρουν, δίπλα απ’ τη στέρνα με τα χρυσόψαρα, στον τόπο όπου φανερώνεται το πρώτο Φως του λυκαυγούς, μια δάφνη θεριεμένη θα βρείτε, θυμητάρι Σοφίας, θυμητάρι της Γνώσης που η Φεύγουσα παρέδωσε σε χέρια βασανισμένα από την προσμονή και τη μοναξιά, σε χέρια που ήταν μαθημένα να προσμένουν τ’ όνειρο...

 

[Ανδρομάχη Χουρδάκη, Φεύγουσα, εκδόσεις Ραδάμανθυς, Χανιά 2020]

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

 

            Κουστούμι στο χώμα, της Ιωάννας Καρυστιάνη

Κυριάκος Ρουσιάς, το όνομα του κεντρικού ήρωα της Ιωάννας Καρυστιάνη στο μυθιστόρημά της με τίτλο “Κουστούμι στο χώμα”. Σαράντα τριών χρονών πια, ο Κυριάκος, διαπρεπής επιστήμονας στις Ηνωμένες Πολιτείες με σημαντική θέση ανάμεσα στους μοριακούς ερευνητές του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας στο Φρέντερικ. Απόλυτα επιτυχημένος στον χώρο της επιστήμης αλλά με προσωπική ζωή όλο “τάξη και πλήξη” σαν τους δρόμους της πόλης όπου ζει, που η αριστερή τους πλευρά βαρέθηκε να βλέπει τη δεξιά. Το εργαστήριο είναι ο τόπος όπου περνά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του ενώ οι λιγοστοί συμπατριώτες με τους οποίους συναναστρέφεται δε γνωρίζουν παρά ελάχιστα μόνο για την οικογένειά του στην Κρήτη.

       Ο λόγος για τον οποίο έχει βρεθεί ο Κυριάκος Ρουσιάς στον ξένο τόπο δεν είναι άλλος από την επιβεβλημένη από τον πατέρα του εξορία για να μη γίνει το επόμενο θύμα της βεντέτας που ταλανίζει την οικογένειά τους από το 1949. Με πολύ ταπεινή αιτία, “διά δύο αίγας”, ξεκίνησε ο κύκλος του αίματος των Ρουσιάδων. Η, “δι’ ασήμαντο αφορμή”, λοιπόν, βεντέτα που έγινε η αιτία να εξοριστεί ο Κυριάκος από την πατρική γη, με ηφαίστειο ενεργό αλλά εν υπνώση μοιάζει, από το 1972, οπότε και γίνεται το τελευταίο διπλό φονικό: του ξαδέρφου και του πατέρα του.

   Μέσα στη σιωπή ζει λοιπόν ο Κυριάκος στην Αμερική. Δεν μιλά για το παρελθόν και για όσα έγιναν στο οροπέδιο του Παγωμένου. Όσο περνά όμως ο καιρός, η σιωπή, η επιβεβλημένη από την οικογένεια αλλά και από τον ίδιο, βαραίνει πολύ, γίνεται αβάσταχτη. Κι έτσι, παίρνει την απόφαση της επιστροφής. Δύσκολη και επικίνδυνη η απόφαση αυτή. Γνωρίζει ο Κυριάκος ότι το οροπέδιο θα πιστέψει πως επιστρέφει για να ξυπνήσει το ηφαίστειο της εκδίκησης, μα την απόφασή του δεν την αλλάζει. Επιστρέφει.

     Με ανακούφιση σχεδόν, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί τον λόγο της επιστροφής. Ο Κυριάκος Ρουσιάς, δεν γυρίζει πίσω για να ζητήσει εκδίκηση για το φόνο του πατέρα του. Δεν υπερασπίζεται τον πατέρα του, δεν αρνείται την ενοχή του, αναγνωρίζει ότι έχει αφαιρέσει μια ζωή. Κι είναι η ζωή, κάθε ζωή, γλυκιά. Ο Κυριάκος Ρουσιάς γυρίζει στο οροπέδιο όχι για να σκοτώσει τον άλλο Κυριάκο, τον ξάδερφο, μα για να αναμετρηθεί με της ψυχής το βάρος, με τα λάθη, τη θλίψη, την ενοχή και την αγωνία την οικογενειακή. Όπλο μοναδικό στα χέρια του η μνήμη, κι η μνήμη, ακούμε τον Κυριάκο να συλλογάται, είναι ελευθερία και η ελευθερία είναι επιείκεια και αγάπη.

     Κι έρχεται η ώρα της συνάντησης των δυο Ρουσιάδων. Νύχτα, γιατί της νύχτας το σκοτάδι αδερφικό αίμα με το σκοτάδι της ψυχής τους έχει. Ανατριχιάζει ο αναγνώστης την ώρα που ο ψηλός Κυριάκος δηλώνει πως γι’ αυτή την νύχτα γύρισε κι ύστερα, βγάζει τα ματογυάλια του και ενώ χάνει την όραση του εξωτερικού κόσμου νιώθει να ενεργοποιείται η εσωτερική, της ψυχής του, η όραση. Η τελετουργία που ακολουθεί, αρχέγονη. Λιγοστές, αντρίκειες κουβέντες και χοές νεκρικές, χάμω, στα βότσαλα. «Μόνο το κουστούμι είναι στο χώμα. Το σώμα το παίρνει η ψυχή μαζί της στον ουρανό. Τα οστά είναι ένα ενθύμιο», μονολογεί ο ξάδερφος Ρουσιάς. Κι είναι σαν σκέφτεται φωναχτά. Κι είναι σαν να παλεύει να γλυκάνει τον πόνο που βαστά χρόνους πολλούς. Σαν να παλεύει να καταλάβει τα όσα γίναν σε χρόνους παλιούς, για να βρει τη δύναμη και να ζήσει, αν τα καταφέρει, τα όσα η ζωή θα του φέρει. Η κορύφωση του δράματος συντελείται τη στιγμή που χαράζει και αδειάζουν οι δυο Κυριάκοι τα όπλα στη θάλασσα. Όχι για να πλυθούν τα κρίματα τα παλιά και τα λιγότερο παλιά, μα για να βουλιάξει σα σίδερο η οργή στα πιο μεγάλα βάθη.

    Η Ιωάννα Καρυστιάνη χρησιμοποιεί την ιστορία των Ρουσιάδων για να μιλήσει, με αριστοτεχνικό, κατά την άποψή μου, τρόπο για τη βεντέτα, τα “οικογενειακά” όπως τα ‘λεγαν παλιότερα οι παππούδες στα χωριά μας, αλλά όχι μόνο για αυτά. Γύρω από την κεντρική ιστορία, στήνει ένα ολόκληρο σκηνικό, θεατρικό θα μπορούσαμε να πούμε, πάνω στο οποίο παρουσιάζονται πολλά και σημαντικά. Η καθημερινή ζωή στις ορεινές κοινότητες της Νήσου, η σκληράδα του τόπου και των ανθρώπων, οι αντιλήψεις, το εθιμικό δίκαιο, η βία ως πράξη δικαίου και τα αποτελέσματα της βίας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ιδιαίτερη σημασία, επίσης, δίνει η συγγραφέας στην παρουσίαση της θέσης της γυναίκας σε  αυτές τις κοινότητες και στους ρόλους που καλείται, υποτασσόμενη στις κοινωνικές επιταγές, να διαδραματίσει. Τελειώνοντας το σύντομο ετούτο σχόλιο στο μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, θεωρώ σωστό να σημειώσουμε ότι πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο έργο και ως τέτοιο, μας καλεί να μην περιοριστούμε στην πρώτη ανάγνωση. Τα στοιχεία του πολλά και άξια να τα ανακαλύψουμε.

 

[Ιωάννα Καρυστιάνη, Κουστούμι στο χώμα, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000]