Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω, του Λάσλο Κρασναχορκάι
Λέξεις επί Χάρτου
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026
Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025
Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί, της Όλγκα Τοκάρτσουκ
Το μυθιστόρημα «Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί» της Όλγκα Τοκάρτσουκ, εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Πολωνία το 1996 και θεωρείται ως το μυθιστόρημα που έφερε στη συγγραφέα τη διεθνή αναγνώριση.
Από την πρώτη κιόλας σελίδα του μυθιστορήματος, ο αναγνώστης διαπιστώνει τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής της Τοκάρτσουκ, τον τρόπο γραφής για τον οποίο η Σουηδική Ακαδημία της απένειμε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2018. Διαβάζουμε στην επίσημη σελίδα της Ακαδημίας ότι το βραβείο της απονεμήθηκε «… για την αφηγηματική της φαντασία, η οποία με εγκυκλοπαιδικό πάθος αναπαριστά το πέρασμα των ορίων ως τρόπο ζωής».
Η συγγραφέας, έχει δηλώσει σε συνέντευξή της: «…γράφω βιβλία για να διευρύνω το μυαλό των ανθρώπων. Για να δείξω μία νέα οπτική γωνία. Για να κατανοήσουν οι άνθρωποι ότι αυτό που θεωρούν προφανές δεν είναι τόσο προφανές… Γι’ αυτό υπάρχει η λογοτεχνία. Για να μπορέσουμε να διευρύνουμε τη συνείδησή μας και την ικανότητα μας να ερμηνεύουμε τη ζωή…» Δύσκολο, όμως, να απομονώσουμε έναν και μόνο λόγο για τον οποίο έγραψε η Τοκάρτσουκ το μυθιστόρημα «Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί», καθώς πρόκειται για πραγματικά πολυεπίπεδο έργο. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε, με μια πρώτη ανάγνωση, ότι η συγγραφέας προσπάθησε να εξερευνήσει, μυθοποιώντας την, την πολωνική ταυτότητα μέσα στο πλαίσιο της έντονα ταραχώδους ιστορίας του 20ού αιώνα.
Τι είναι
όμως το Αρχέγονο; Ένας απομονωμένος μικρόκοσμος, ένα χωριό σαν αυτά των
παραμυθιών της παλιάς εποχής, με σαφή όρια, τα οποία δεν τολμά κανείς εύκολα να
περάσει. Το Αρχέγονο, βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο, από δυνάμεις που προσπαθούν
να παραβιάσουν τα όριά του. Υπερφυσικά όντα όμως, τέσσερις αρχάγγελοι, το
προστατεύουν από τις δυνάμεις αυτές: από την αγωνία του ταξιδιώτη, από τον πόθο
να κατέχεις και να κατέχεσαι, από την αλαζονεία, από την υπεροψία. Η συγγραφέας
παρακολουθεί τις τύχες των κατοίκων του μυθικού αυτού χωριού στην Πολωνία, το
οποίο οι κάτοικοί του θεωρούν ως το κέντρο του σύμπαντος. Η αφήγηση εκτείνεται
χρονικά σε μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, ξεκινώντας από το 1914 και φτάνοντας ως
τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η πλοκή ξετυλίγεται μέσα από τις ζωές τριών
διαδοχικών γενεών δύο βασικών οικογενειών. Οι ζωές των ανθρώπων αυτών (οι
έρωτες, οι γεννήσεις, οι πόλεμοι, οι τραγωδίες και οι καθημερινές στιγμές) διαμορφώνονται
και συχνά διαλύονται από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που εισβάλλουν στον
μικρόκοσμό τους, όπως οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η επακόλουθη κομμουνιστική
περίοδος.
Πολλά
είναι τα στοιχεία που εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη του μυθιστορήματος της Όλγκα
Τοκάρτσουκ. Το στοιχείο του μύθου ένα από αυτά. Η συγγραφέας μετατρέπει την
ιστορία σε μύθο, ο οποίος διαδραματίζεται σε έναν τόπο όπου ο γραμμικός,
ιστορικός χρόνος (τα γεγονότα, οι πόλεμοι, τα κοινωνικά κινήματα) συναντά τον
κυκλικό, μυθικό χρόνο (οι εποχές, οι φυσικές μεταβολές, οι γενιές των ανθρώπων).
Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι το μυθικό στοιχείο χρησιμοποιείται ως μέσο φυγής
από την πραγματικότητα, αλλά ως μέσο για να φωτιστούν βαθύτερες αλήθειες που
έχουν σχέση με την ανθρώπινη ύπαρξη. Άλλο στοιχείο που μας εντυπωσιάζει είναι η
χρήση του χρόνου μέσα στην αφήγηση. Για την συγγραφέα ο χρόνος, ο καιρός όπως
τον ονομάζει, δεν είναι αντικειμενικός, δεν είναι μοναδικός. Είναι ο καιρός της
Γκενοβέφα, ο καιρός της Μίσια, ο καιρός του Κακού Ανθρώπου, ο καιρός του Θεού…
Ο χρόνος λοιπόν δεν είναι ένας, είναι πολλοί, παράλληλοι, υποκειμενικοί χρόνοι,
με τον δικό του ρυθμό ο καθένας. Η συγγραφέας, επίσης, μιλά για τη φύση. Η φύση
δεν
είναι απλά ένα θέατρο του ιστορικού γίγνεσθαι, είναι ένας ζωντανός
οργανισμός, ένα, πολλές φορές αόρατο, ζωντανό δίκτυο στοιχείων, με δική του
συνείδηση. Η φύση, νιώθουμε, μέσα από τον λόγο της συγγραφέως, ότι βρίσκεται σε
βαθιά, αδιάσπαστη – αν και ίσως ξεχασμένη – σχέση με τους ανθρώπους, με τον
τόπο τους αλλά και με τον πνευματικό κόσμο. Η Μεγάλη Ιστορία επίσης, για τη
συγγραφέα, δεν είναι πρώτης προτεραιότητας. Οι μεγάλες μάχες, οι μεγάλοι
ηγέτες, παραμερίζουν και προσφέρουν χώρο στη μικροϊστορία, στον πόνο, τα
βάσανα, τον έρωτα, τη γέννηση και τον θάνατο των απλών ανθρώπων που υπάρχουν
αθόρυβα και που βιώνουν τα ιστορικά γεγονότα σχεδόν παθητικά.
Ένα
στοιχείο που προβληματίζει, και προκαλεί ίσως, τον αναγνώστη, είναι ο περί Θεού
λόγος που αναπτύσσεται στις σελίδες του μυθιστορήματος. Η συγγραφέας
παρουσιάζει τον Θεό με τρόπο αιρετικό και ιδιαίτερο, ο οποίος αποκλίνει από τη
χριστιανική παράδοση, τόσο την ανατολική όσο και τη δυτική. Ο Θεός του
Αρχέγονου έχει δημιουργήσει ένα σύμπαν οκτώ κόσμων, το οποίο θυμίζει τα
πτολεμαϊκά, γεωκεντρικά μοντέλα. Στόχος του ανθρώπου είναι βρει τη διαδρομή
διαφυγής και να απελευθερωθεί από τα δεσμά των οκτώ κόσμων. Ο Θεός παρουσιάζεται
αποστασιοποιημένος, αναποφάσιστος, βαριεστημένος με την ανθρωπότητα, ακόμα και ιδιοτελής.
Η στάση του αυτή γεννά αμφιβολία στους ανθρώπους και απορία σχετικά με τις
προθέσεις του. Γιατί όμως παρουσιάζει η Τοκάρτσουκ τον Θεό ως μια αδιάφορη
ανώτερη δύναμη; Είναι αυτό μια πράξη βλασφημίας; Σαφώς και δεν είναι. Η
συγγραφέας, παρουσιάζει τα δεινά του 20ού αιώνα (δύο παγκόσμιους πολέμους και την άνοδο ολοκληρωτικών καθεστώτων) και βάζει
τον Θεό του μυθικού Αρχέγονου να αδιαφορεί για αυτά, για να μετατοπίσει το
κέντρο βάρους της ηθικής ευθύνης: από τον ουρανό, στον άνθρωπο. Ο Θεός δεν
παρεμβαίνει και αφήνει τον άνθρωπο, με τις ελεύθερες επιλογές του, να στρέφεται
άλλοτε προς το καλό και άλλοτε προς το κακό. Ουσιαστικά, η «αδιαφορία» του
Θεού, αναγκάζει τον αναγνώστη να κοιτάξει χαμηλότερα και να αναγνωρίσει τον
άνθρωπο ως τον πραγματικό ηθικό δρώντα. Η σωτηρία ή ο αφανισμός του Αρχέγονου, και
κατ’ επέκταση του κόσμου, βρίσκεται στα χέρια των κατοίκων του. Η ηθική και η
ανηθικότητα, η ελπίδα και η απελπισία, η σωτηρία και η καταστροφή, είναι
ανθρώπινες υποθέσεις.
Ολοκληρώνοντας
τον σύντομο σχολιασμό του μυθιστορήματος «Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί», θεωρώ
ότι αξίζει να γίνει αναφορά στο θέμα της ταύτισης του αναγνώστη. Κάθε φορά που
τελειώνει η ανάγνωση ενός βιβλίου, είναι πολύ συχνή η αίσθηση της ταύτισης του
αναγνώστη με κάποιον ή κάποιους από τους ήρωες. Στο Αρχέγονο, κάτι τέτοιο δεν
συμβαίνει και αυτό είναι επιλογή της συγγραφέως, η οποία μέσω της διάσπασης του
χρόνου σε καιρούς, δεν μας επιτρέπει να μένουμε αρκετά με έναν ήρωα και να
γίνουμε ένα μαζί του. Εναλλάσσοντας με γρήγορους ρυθμούς τους καιρούς των ηρώων,
ορίζει να είμαστε μονάχα παρατηρητές της ζωής τους από ψηλά, θαρρείς αιωρούμενοι
πλάι στους αρχάγγελους προστάτες του Αρχέγονου. Παρ’ όλα αυτά, εν τέλει,
υπάρχει μια αίσθηση ταύτισης. Όχι με τα πρόσωπα, μα με τις καταστάσεις που
βιώνουν τα πρόσωπα. Με την απώλεια, με τον πόνο που γεννά ο πόλεμος, με τις
νέες αναζητήσεις, με τα ένστικτα, με το παράλογο και την κοινωνική
περιθωριοποίηση που γεννά αυτό, με την υποταγή στην ανθρώπινη μοίρα. Θα
μπορούσε να πει κανείς ότι, αν και απουσιάζει η ταύτιση με έναν ήρωα,
συντελείται, μέσα από τη γραφή της Τοκάρτσουκ, ταύτιση του αναγνώστη με το ίδιο
το Αρχέγονο. Έναν τόπο μυθικό μεν, ζωντανό δε, ο οποίος υποφέρει, λαβώνεται,
γιατρεύεται, μεταβάλλεται. Έναν τόπο που αν δεν τον είχε ονομάσει «Αρχέγονο» η
συγγραφέας, θα μπορούσε να λέγεται «Ανθρώπινη Ψυχή».
Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025
Τα Χρόνια, της Annie Ernaux
Η βραβευμένη με το Νόμπελ
Λογοτεχνίας 2022, Annie Ernaux, έγραψε “Τα Χρόνια” το 2008. Το έργο αυτό είναι,
κατά τον Νίκο Μπακουνάκη, ο λογοτεχνικός καθεδρικός της συγγραφέως, με την
έννοια της μεγάλης και τέλειας αρχιτεκτονικής σύνθεσης μέσα στην οποία έχουν
ενσωματωθεί με αριστοτεχνικό τρόπο όλα τα προηγούμενα βιβλία της.
Η Ernaux, ακολουθεί μέσα στην πορεία
του χρόνου, την πορεία της ηρωίδας της – που άλλη δεν είναι από τη δική της
πορεία – παράλληλα με την εξέλιξη και αναδιαμόρφωση του ιστορικού και
κοινωνικού πλαισίου. Έτσι, εμείς οι αναγνώστες βλέπουμε, από το 1940 ως το
1950, τη γέννηση και τα πρώτα της παιδικά χρόνια στο φτωχό επαρχιακό περιβάλλον
της Νορμανδίας, σημαδεμένο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, την
Απελευθέρωση της Γαλλίας και τη μεταπολεμική ανέχεια. Την επόμενη δεκαετία,
1950–1960, ακολουθούμε τα βήματά της ως μαθήτρια και φοιτήτρια που αγωνίζεται
για την κοινωνική άνοδο μέσω της εκπαίδευσης και παράλληλα βλέπουμε την άνοδο
της καταναλωτικής κοινωνίας. Νέες ηλεκτρικές συσκευές, νέα πρότυπα, νέα ήθη. Τα
χρόνια περνούν, έρχεται ο έρωτας, η σεξουαλική και πολιτική αφύπνιση. Έρχεται ο
Μάης του ‘68, το φεμινιστικό κίνημα, η αμφισβήτηση των παραδοσιακών αξιών, η
σύγκρουση του χθες με το αύριο. Τα χρόνια που ακολουθούν, από το 1970 ως το
1980, βρίσκουν την ηρωίδα να εργάζεται ως εκπαιδευτικός, να αποκτά οικογένεια,
να ζει την ένταση ανάμεσα στην οικογενειακή ζωή και την προσωπική ελευθερία και
παράλληλα να συνειδητοποιεί την κόπωση και το ξεθώριασμα των μεγάλων
ιδεολογιών. Στα επόμενα χρόνια, από το 1980 ώς το 1990, έρχεται η ώρα της
επανεξέτασης της ζωής της ηρωίδας, η ώρα του διαζυγίου, την ίδια ώρα που στον
κόσμο επικρατεί η μαζική κουλτούρα, η παντοδυναμία της τηλεοπτικής εικόνας, ο
ατομισμός. Τα χρόνια της ωριμότητάς της, η δεκαετία του ‘90, χρόνια της
παγκοσμιοποίησης, του διαδικτύου, της τεχνολογικής επανάστασης, φέρνουν την
ηρωίδα (τη συγγραφέα δηλαδή, ας μην το ξεχνάμε), αντιμέτωπη με το γήρας, τη
φθορά, τον θάνατο των γονιών της. Τελευταίος σταθμός του ταξιδιού μέσα στον
χρόνο, η νέα χιλιετία. Έρχεται πια η ώρα του αναστοχασμού της δικής της ζωής
αλλά και της ζωής όλης της γενιάς της, μέσα από φωτογραφίες, προσωπικά ημερολόγια, μνήμες.
Φτάνοντας στο τέλος της ανάγνωσης
του βιβλίου, έρχεται η ώρα του “γιατί”. Για ποιον λόγο γράφτηκαν Τα Χρόνια και
για ποιον λόγο απουσιάζει το πρώτο ενικό πρόσωπο από την αφήγηση; Η Ernaux,
κατά την άποψή μου, έγραψε το βιβλίο της γιατί θέλησε, με όπλο τη γραφή της, να
μπει στην αρχέγονη μάχη ενάντια στη λήθη. Θέλησε να σώσει όχι τις δικές της
μνήμες ζωής – γι’ αυτό και απουσιάζει το “εγώ” -, αλλά τη
συλλογική μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς Γάλλων, αυτών που γεννήθηκαν την εποχή
του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και βίωσαν όλες τις μεγάλες στιγμές του 20ού αιώνα.
Κι αυτή τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, θέλησε να την πραγματοποιήσει μέσω
της αναφοράς μικρών καθημερινών λεπτομερειών της ζωής. Τι έτρωγαν, τι άκουγαν,
πώς μιλούσαν, τι έπρατταν, τι φοβούνταν, τι ονειρεύονταν, για τι αγωνίζονταν οι
άνθρωποι κάθε εποχής, δεν είναι παρά τα στοιχεία στα οποία αποτυπώνεται η ψυχή
ολόκληρης της εποχής. Η απόδειξη της επιτυχίας του εγχειρήματος της συγγραφέως,
βρίσκεται στην έκπληξη που νιώθει ο μη Γάλλος αναγνώστης – ασφαλώς και εμείς -
κάθε φορά που, σε διάφορους σταθμούς της αφήγησης, εντοπίζει μυστικές γωνιές
όπου μπορεί να αποθέσει, με ασφάλεια, δικές του μνήμες: από τα δύσκολα παιδικά
του χρόνια σε κάποιο ορεινό χωριό, από τους κοινωνικούς αγώνες των δικών του
φοιτητικών χρόνων, από τις δικές του ώρες χαράς και θλίψης.
Τρίτη 27 Μαΐου 2025
Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων
Στράτης Μυριβήλης, Μ. Καραγάτσης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης
Την Κυριακή, 2 Μαρτίου του 1958, άρχισε, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση που είχε προηγηθεί στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, μια “πραγματική λογοτεχνική σκυταλοδρομία” η οποία ολοκληρώθηκε στις 26 Απριλίου του ίδιου έτους. Συναγωνιστές – όχι ανταγωνιστές – τέσσερις συγγραφείς της Γενιάς του ‘30: Μυριβήλης, Καραγάτσης, Τερζάκης, Βενέζης. Όρος απαράβατος είχε τεθεί, μεταξύ των συγγραφέων να μην υπάρξει προσυνεννόηση σχετικά με την πλοκή του έργου. Ο κάθε συγγραφέας, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη θα συνέχιζε κατά την κρίση και τη φαντασία του. Οι συγγραφείς πείστηκαν να συμμετάσχουν στο λογοτεχνικό αυτό εγχείρημα όχι δίχως σοβαρές αμφιβολίες. Η σειρά συγγραφής ορίστηκε με κλήρωση. Το πρώτο κεφάλαιο γράφτηκε από τον Μυριβήλη, το δεύτερο από τον Καραγάτση, το τρίτο από τον Τερζάκη, το τέταρτο από τον Βενέζη και, σε επαναληπτικό κύκλο με την ίδια σειρά συγγραφής, ακολούθησαν άλλα τέσσερα κεφάλαια. Έτσι, η έναρξη του Μυθιστορήματος των Τεσσάρων γεννήθηκε από την πένα του Μυριβήλη και η λήξη από αυτήν του Βενέζη.Η πλοκή του μυθιστορήματος ξεκινά
στην προπολεμική Αίγινα. Εκεί γεννιέται η ηρωίδα, φέροντας, εν αγνοία της, στην
ψυχή, ένα βαρύ τραύμα με το οποίο πορεύεται στη ζωή της. Ελισάβετ Μανιάτη το
όνομά της ή Νενέλα, καλλιτέχνης του λυρικού θεάτρου, με σπουδές μουσικής και
χορού στη Γερμανία. Στη διάρκεια της Κατοχής, γίνεται μέλος παράνομης οργάνωσης
η οποία έχει ως έργο της την ενίσχυση πατριωτών που συμμετέχουν στην Αντίσταση.
Στη διάρκεια της Κατοχής, επίσης, γνωρίζεται με τον ήρωα του μυθιστορήματος, τον
Αμεντέο Μαντσίνι, αξιωματικό του δικαστικού τμήματος της ιταλικής διοίκησης. Η
συνάντηση της Ελισάβετ και του Αμεντέο μοιάζει σχεδόν επιβεβλημένη από το
θέλημα της μοίρας. Όχι μιας μοίρας που γεννά όμορφες, ρομαντικές ιστορίες αλλά
μιας μοίρας που φέρνει γιατρειά στις ανθρώπινες ψυχές, στις ψυχές της Ελισάβετ
και του Αμεντέο, που έχουν βαθιά σημαδευτεί από το προγονικό τραύμα.
Το στοιχείο της προδοσίας και τα
ερωτήματα που αυτή γεννά (ποιος πρόδωσε τον στρατηγό Μυλωνάκο και ποιος ήταν ο
συντάκτης του ανώνυμου γράμματος), δίνουν, αρχικά, στο κείμενο έναν αέρα
αστυνομικού μυθιστορήματος. Από τη στιγμή όμως που αρχίζει να εξελίσσεται το
ταξίδι της εσωτερικής αναζήτησης των ηρώων, αντιλαμβανόμαστε ότι οι συγγραφείς
χρησιμοποιούν τα παραπάνω ερωτήματα ως αφορμή για να παρουσιάσουν τις σκέψεις
τους για τα μεγάλα ζητήματα της εποχής τους, κοινωνικά και εθνικά.
Ο κάθε συγγραφέας αφήνει στο
Μυθιστόρημα των Τεσσάρων το δικό του χνάρι. Ο Μυριβήλης, θυμίζει στον αναγνώστη
πως ακόμα κι ένα αντικείμενο, ένα κατασκεύασμα, σαν τον ανεμόμυλο στην Αίγινα,
κρύβει μέσα του την ιστορία που δεν καταγράφουν οι ιστορικοί, την ιστορία της
“φτωχής ανθρώπινης καρδιάς” τη γεμάτη από τραγωδίες και σπαραγμούς. Ο
Μυριβήλης, επίσης, φρίττει διαπιστώνοντας τη βαρβαρότητα της εποχής του, όπου
οι λαοί, έρμαιο στις διαθέσεις των δυνατών, αλληλοσπαράσσονται και απευθύνει
κάλεσμα διαχρονικό και καθολικό, με στόχο την εύρεση του χαμένου ανθρώπινου
εαυτού μας.
Ο Καραγάτσης, δηλώνει δίχως φόβο
ότι, στην Κατοχή, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρξαν προδότες και τους κατηγορεί ευθέως λέγοντας
γι’ αυτούς ότι δεν ήταν παρά “...το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε
φυλής. Όλοι τους...υποκείμενα ιδιοτελή, που πρόδιναν την πατρίδα τους κινημένοι
από υλικό συμφέρον”. Μιλά επίσης για το αρχέγονο ένστικτο του εγώ “...που
ελλοχεύει ύπουλα στα κύτταρά μας…” και που μας το έχει μεταδώσει μέσα από αναρίθμητες γενιές ο άνθρωπος των
σπηλαίων, ο μακρινός πρόγονός μας. Το αρχέγονο ένστικτο που μπορεί να
παραμερίσει αιώνες πολιτισμού και να ξαναγίνει απειλή φονική, για χάρη της
κυριαρχίας ή, έστω, της επιβίωσης.
Ο Τερζάκης, μιλά για την
κοινωνική ζωή της εποχής του. “Μια φαντασμαγορία από αστερισμούς” που έχει αστέρια όλων των μεγεθών και των ποιοτήτων. Μιλά για τη λαχτάρα απόδρασης, με
κάθε μέσο – ιερό και ανίερο - από την άχρωμη μικροαστική ζωή. Μιλά για τη γυναίκα
και την εκμετάλλευση που υφίσταται στην εποχή του. Για τη γυναίκα που
πορεύεται, αρκετές φορές απαξιωμένη, δίχως δύναμη να υπερασπιστεί την
αξιοπρέπειά της, λειτουργώντας ως μέσο επίτευξης στόχων ιδιοτελών: “Η γυναίκα…
η λεωφόρος που οδηγεί παντού”.
Ο Βενέζης, φτάνει μαζί με την
Ελισάβετ στον Πειραιά και αφουγκράζεται τη ζωή του λιμανιού. Στέκεται καταμεσής
“στην καρδιά της ανάγκης” και προσκυνά με σεβασμό τον ιερό αγώνα για επιβίωση.
Έχοντας και ο ίδιος τις δικές του παλιές πληγές, οδηγεί αργότερα την Ελισάβετ
στον τόπο όπου θ’ ακούσει “...τους μισοσβησμένους τους ήχους που έρχονταν από
το βάθος των παιδικών της χρόνων…” γιατί γνωρίζει πως το συναπάντημα με το
παρελθόν, θα σημάνει και το αρχίνισμα της γιατρειάς της. Το ξημέρωμα, την ώρα της δόξας του σύμπαντος
κόσμου, στην Αφαία, “καθισμένη στη ρίζα μιας δυτικής κολόνας” η Ελισάβετ, δεν
είναι μοναχή. Μαζί της κάθεται ο Βενέζης και δίπλα του ο αναγνώστης… Ο ψίθυρος,
γεννημένος από τα βάθη της ψυχής όλων. Της Ελισάβετ, του συγγραφέα, της δικής μας ψυχής: “Θε
μου, μέσα σε τόση ομορφιά γιατί ο άνθρωπος ξεστράτισε τόσο;”
Έχοντας ακούσει ότι το
Μυθιστόρημα των Τεσσάρων γράφτηκε μετά από πρόταση του Γιάννη Μαρή προς την
εφημερίδα “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ”, ο αναγνώστης που θα επιλέξει να το διαβάσει ως άλλο ένα
ακόμα αστυνομικό μυθιστόρημα, αρχικά θα απογοητευθεί. Καθώς όμως θα προχωρά η
ανάγνωση, είναι σίγουρο ότι θα γοητευθεί και θα δεχτεί την πρόσκληση τεσσάρων
μεγάλων πνευματικών δημιουργών να διαβάσει και άλλα έργα τους και να γνωρίσει
τις σκέψεις, τις ιδέες, τις αναζητήσεις, τα όνειρα, της γενιάς τους. Της
σπουδαίας Γενιάς του ‘30.
[Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, Στράτης Μυριβήλης, Μ.
Καραγάτσης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης, εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ
“ΕΣΤΙΑΣ”, Αθήνα 2021, 23η Έκδοση]
Πέμπτη 1 Μαΐου 2025
Ο αναγνώστης ο οποίος ενθουσιάστηκε με τον ιπποτισμό, την υπερηφάνεια, το πάθος και το καθήκον της προάσπισης της τιμής, στοιχεία της γραφή του Άγγελου Τερζάκη στην Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ, σίγουρα θα εκπλαγεί, ίσως νιώσει και άβολα στην αρχή, διαβάζοντας τη Μυστική Ζωή.
Κυριακή 16 Μαρτίου 2025
Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος, του Μ. Καραγάτση
…………………
…………………
…………………
[Μ. Καραγάτσης, Αντιπλοίαρχος
Βασίλης Λάσκος, εκδόσεις “Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ”, Αθήνα 2021]
Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2025
Αλβέρτος Σβάιτσερ, του Τάσου Αθανασιάδη
Γιατί όμως ένας συγγραφέας, που έχει χαρακτηριστεί ως βασικός εισηγητής του “μυθιστορήματος-ποταμού” (roman-fleuve) παρεκκλίνει και επιλέγει να συγγράψει μια βιογραφία; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό ίσως βρίσκεται στην πίστη της Γενιάς του ‘30 στο Πνεύμα, στο, κατά Θεοτοκά, Δαιμόνιο, την εσώτερη εκείνη δύναμη που οδηγεί τον άνθρωπο εμπρός και εν τέλει την κοινωνία σε εξέλιξη. Ο Αθανασιάδης, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει, θεωρεί ότι το Πνεύμα δεν περιορίζεται στον χώρο της Λογοτεχνίας. Το Πνεύμα εκφράζεται και πάει, άλλοτε προς την Επιστήμη, άλλοτε προς τη Λογοτεχνία, άλλοτε προς τη Φιλοσοφία. Έχοντας ερευνήσει και μελετήσει συστηματικά τα κείμενα του Σβάιτσερ, ο Αθανασιάδης συνειδητοποιεί ότι ο μεγάλος Μαχητής της Ανθρωπιάς, δρα υπό την καθοδήγηση του Πνεύματος, που φωνή γίνεται εσωτερική και του υπενθυμίζει πως “δεν έχει δικαίωμα να δέχεται την ευτυχία του σαν αναφαίρετο προνόμιο όταν γύρω του η δυστυχία περισσεύει”.
Χρέος, λοιπόν, γίνεται για τον Αθανασιάδη, η βιογραφία του ανθρώπου που πορεύτηκε υπηρετώντας την υπέρτατη έννοια “Σεβασμός προς τη Ζωή”. Ο συγγραφέας, καλεί τον αναγνώστη σε μια πορεία στον χώρο και τον χρόνο όπου έζησε και έδρασε ο Σβάιτσερ. Διπλός ο χώρος, δυτικός κόσμος και Αφρική. Διπλός και ο αγώνας του φιλόσοφου, θεολόγου, μουσικού, γιατρού και φιλάνθρωπου. Τον ακολουθούμε στα ταξίδια του στον εκτός Αφρικής κόσμο και τον βλέπουμε να παλεύει για τη διάσωση της ανθρωπότητας από το χάος, κηρύττοντας την αναγκαιότητα της αναζήτησης των ιδανικών ενός γνήσιου πολιτισμού. Επιστρέφουμε μαζί του στην Ισημερινή Αφρική, στην “πρωτοπορία του Βασιλείου του Θεού”, όπου η ζωή άλλο δεν είναι από μια “αδιάκοπη λιποταξία από τον θάνατο”. Σε κάθε όμως στιγμή του χρόνου, σε κάθε στίγμα του χώρου, βλέπουμε τη ζωή του Σβάιτσερ να κορυφώνεται στον τριπλό προορισμό της: Υμνώντας το έργο του Θεού σαν μουσικός, κηρύττοντάς το σαν θεολόγος, εκτελώντας το σαν καλός Σαμαρείτης.
Εντυπωσιακή η ικανότητα του συγγραφέα να συνδυάζει την ιστορική ακρίβεια με μια συναρπαστική αφηγηματική ροή. Έτσι, ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του Σβάιτσερ παράλληλα με τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και τον κόσμο και κατανοεί ευκολότερα και σε μεγαλύτερο βάθος την αξία του σπουδαίου έργου του.
Πολλά τα σημεία που προβληματίζουν τον αναγνώστη αλλά και λειτουργούν σχεδόν διδακτικά γι’ αυτόν. Η πλήρης ηθική, με την έννοια της υποχρέωσής μας να είμαστε καλοί και σπλαχνικοί απέναντι σε όλα τα όντα, και ο ρόλος αυτής – της ηθικής – στην πνευματική επικοινωνία μας με όλον τον κόσμο. Το πρότυπο του ενεργητικού χριστιανού, στη συνείδηση του οποίου η λογική δεν αντιμάχεται την πίστη. Το βαθύτερο νόημα της ζωής που άλλο δεν είναι από τον σεβασμό σε κάθε ύπαρξη. Η ανάγκη για αδιάκοπη και άφοβη αναζήτηση της αλήθειας στον κόσμο του πνεύματος, όσο και στην κοινωνική ζωή. Η διαπίστωση ότι η αποδοχή της ευτυχίας ως δώρο στη ζωή του ανθρώπου δίχως ανταπόδωση, καταντά πράξη εγωιστική, πράξη αμαρτίας. Η άρνηση της παρούσας ζωής, εν αναμονή του μετά από αυτήν κόσμου, αναιρεί κάθε πρόοδο. Όποιος ενεργεί τιμώντας τη ζωή, θεωρεί αγαθό όχι μόνο τη δική του μα και κάθε άλλη θέληση για ζωή, σαν να ‘ταν η ξένη αυτή θέληση για ζωή η ίδια η δική του. Η πρόοδος της τεχνολογίας, με την πρωτοφανή λαμπρότητά της μπορεί να βλάψει τις ηθικές αξίες, οι οποίες λόγω της πλασματικής τεχνολογικής ευδαιμονίας, δεν αναπροσαρμόζονται, δεν αναθεωρούνται και καθίστανται αδύναμες να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες ζωής.
Ο Τάσος Αθανασιάδης έχει δηλώσει σε συνέντευξή του ότι η Λογοτεχνία είναι η Συνείδηση μιας κοινωνίας. Ως εργάτης της Λογοτεχνίας ο ίδιος και μάλιστα δημιουργώντας σύμφωνα με τις επιταγές της Γενιάς του ‘30, αναλαμβάνει τη δική του ευθύνη, εκπληρώνει το δικό του το χρέος. Μέσα από τη βιογραφία του Αλβέρτου Σβάιτσερ παρουσιάζει το πρότυπο του ανθρώπου που αν υιοθετηθεί από τους λαούς του κόσμου, “Ευτυχία ατέλειωτη” θα ‘ναι η ζωή στη μικρή γωνιά του Σύμπαντος που μας ορίστηκε να ζούμε. Ουτοπικός στόχος, θα πουν κάποιοι, και πέρα από κάθε φαντασία. Απάντηση δίνει ο ίδιος ο Σβάιτσερ, μέσα από την ιστορία του βίου του, όπως την κατέγραψε ο Αθανασιάδης. Το Λαμπαρενέ, που με πίστη και σκληρό αγώνα, από κόλαση παράδεισος έγινε για ένα πλήθος βασανισμένων ψυχών, λειτουργεί ως απόδειξη πραγματική και ελπιδοφόρα. Έως και σήμερα...






