Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Η ‘Αγρια ‘Ιρις, της Λουίζ Γκλικ 

Αμερικανίδα στην καταγωγή η Λουίζ Ελίζαμπεθ Γκλικ, ποιήτρια και συγγραφέας, τιμήθηκε το 2020 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για την, σύμφωνα με τη Σουηδική Ακαδημία, “αλάνθαστη ποιητική της φωνή η οποία, με λιτή ομορφιά, κάνει την ατομική ύπαρξη καθολική”. Το έργο της εντάσσεται στο ρεύμα της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης και έχει βραβευθεί, επίσης, με το βραβείο Πούλιτζερ, το Εθνικό Μετάλλιο Ανθρωπιστικών Επιστημών, το Εθνικό Βραβείο Βιβλίων, το Εθνικό Βραβείο Συνδέσμου Κριτικών του Βιβλίου και το Βραβείο Μπόλινγκεν. Συχνά, η Γκλικ αναφέρεται από τους κριτικούς ως αυτοβιογραφική ποιήτρια, ενώ το έργο της χαρακτηρίζεται από συναισθηματική ένταση και από συχνές αναφορές στη μυθολογία και τη φύση, αναφορές που λειτουργούν ως μέσο στοχασμού πάνω σε προσωπικές εμπειρίες αλλά και στη σύγχρονη ζωή.

Η ποιητική συλλογή “Η ‘Αγρια ‘Ιρις” είναι μια συλλογή βαθιά φιλοσοφική, βαθιά στοχαστική. Μέσω των στίχων της η ποιήτρια προσπαθεί να διερευνήσει θεμελιώδη υπαρξιακά ερωτήματα. Τα ποιήματα της συλλογής γεννιούνται σε έναν κήπο, αλληγορία ίσως του κόσμου μας, στον οποίο ακούγονται τρεις φωνές: η ανθρώπινη φωνή (της κηπουρού, προφανώς της ποιήτριας), οι φωνές των φυτών και λουλουδιών και η φωνή του Θεού. Οι φωνές αυτές δημιουργούν έναν διάλογο μεταξύ ανθρώπου, φύσης και Θεού και, κάθε φορά που μιλά κάποιος από τους διαλεγόμενους, ο λόγος του, αποτυπώνεται ως ένα από τα ποιήματα της συλλογής.

Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι τυχαία τοποθετημένα και δίχως σχέση μεταξύ τους. Υπάρχει ένας αφηγηματικός ιστός, ο οποίος ακολουθεί τον κύκλο της φύσης, τον κύκλο της ζωής στην πραγματικότητα,από τη γέννηση ως τον θάνατο. Υπάρχει εξέλιξη λοιπόν, σύμφωνα με την διαδοχή των εποχών στον κήπο: από την ώρα της ανοιξιάτικης αναγέννησης ως την πλήρη άνθηση και ως το τέλος του καλοκαιριού και τα προμηνύματα της φθοράς. Όλα ξεκινούν στο ομώνυμο με τον τίτλο της συλλογής πρώτο ποίημα, τη στιγμή που η Ίρις αναγεννάται, στην αρχή της άνοιξης. Έχοντας μείνει στο σκοτάδι, βαθιά στη γη θαμμένη ως βολβός, μιλά και δηλώνει πόσο τρομερό είναι “να επιζείς ως συνείδηση θαμμένος στη σκοτεινή γη” και πόσο λυτρωτικό είναι να επιστρέφεις, όχι στη σιωπή πια αλλά με φωνή. Γνωρίζοντας μέσα από τη βιογραφία της Λουίζ Γκλικ την επαφή της με την ελληνική μυθολογία στα παιδικά της χρόνια, ανακαλύπτουμε μέσα στους στίχους του πρώτου ποιήματος, τον συσχετισμό με τον μύθο της Περσεφόνης, που μιλά για τον αναγεννητικό κύκλο και το πέρασμα από το σκοτάδι και τη σιωπή στο φως. Επίσης, γνωρίζοντας την προσωπική, σε επίπεδο ψυχικής υγείας, περιπέτεια της ποιήτριας, μπορεί να σκεφτεί κάποιος ότι το πέρασμα της Ίριδας από το σκοτάδι και τη σιωπή, ίσως δηλώνει και την περίοδο ψυχολογικής κρίσης της, το μαρτύριο, στο τέλος του οποίου “υπήρχε μία πόρτα”, όπως αναφέρεται στον πρώτο στίχο.

Aφού μιλήσει η ‘Αγρια ‘Ιρις, δίνει τη θέση της στα άλλα φυτά και λουλούδια του κήπου. Κάθε ένα από αυτά, παίρνοντας τον λόγο, μιλάει σαν πρόσωπο και παραθέτει τον δικό του φιλοσοφικό στοχασμό. Η επιλογή των φυτών και λουλουδιών, μόνο τυχαία δεν είναι. Κάθε ένα από αυτά και ένας συμβολισμός. Ενδεικτικά, ας θυμηθούμε κάποια: η Ίρις, όπως αναφέραμε ήδη, ξυπνά από τον σκοτεινό της λήθαργο και επιστρέφει στη ζωή. Οι γάλανθοι ή χιονοσταλιές σε ελεύθερη μετάφραση του αγγλικού τους ονόματος, φέρνουν τα πρώτα σημάδια της αναγέννησης της άνοιξης. Το λάμιο, θυμίζει πως παρά την ταπεινότητα της ύπαρξής του, έχει την δύναμη να γεννά το δικό του φως. Η σκίλλα, από τα πρώτα φυτά που ανθοφορούν την άνοιξη, γίνεται σύμβολο και αυτή της αναγέννησης και της ελπίδας αλλά και αυστηρός κριτής της πορείας των ανθρώπων στη ζωή. Η Κλίμακα του Ιακώβ, ένα αγριολούλουδο που αναρριχάται, μιλά για τη σχέση γης και ουρανού. Ο κράταιγος, ιερό δέντρο στους κέλτικους μύθους, σύμβολο της αγάπης και της φροντίδας, παρατηρεί τα σημάδια από τ’ ανθρώπινα συναισθήματα πεσμένα καταγής, μα δεν απορεί, ξέρει πως το ανθρώπινο πάθος και η οργή ορίζουν τις ζωές πολλών.

Η ποιήτρια, απευθύνεται στον Θεό μέσω των όρθρων και των εσπερινών. Προσεύχεται λοιπόν η ποιήτρια και μαζί της ο άνθρωπος, με έναν ιδιότυπο τρόπο. Βλέπει τη σοφία της δημιουργίας μέσα στη φύση αλλά δεν την κατανοεί πλήρως. Αναζητά το νόημα της ύπαρξης, αμφιβάλλει, αγωνιά αλλά και συγκρούεται πολλές φορές με τον Θεό κατηγορώντας τον για σκληρότητα και άγνοια του φόβου και της αγωνίας που κυβερνά την ανθρώπινη ζωή. Έρχεται όμως και η ώρα που δηλώνει πως νιώθει τον Θεό παρόντα στον κήπο και πως η αίσθηση αυτής της παρουσίας, τη διαπερνά “σαν αστραφτερό φως μέσ’ από το γυμνό δέντρο”.

Όταν παίρνει τον λόγο ο Θεός, ο αναγνώστης αισθάνεται, τουλάχιστον, έκπληξη. Ο Θεός μιλάει με τρόπο όχι παρηγορητικό όπως θα περιμέναμε, αλλά επιτιμητικό και αυστηρό. Δηλώνει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να δέχεται την αμφισβήτηση του νοήματός του και ότι είναι έτοιμος να επιβάλει “καθαρότητα”. Δηλώνει επίσης, ότι είναι δίπλα στους ανθρώπους και γνωρίζει τις απαιτήσεις τους. Εκφράζει την απογοήτευσή του όμως, γιατί ενώ δημιούργησε τον άνθρωπο από αγάπη, τώρα λυπάται βλέποντας τις ψυχές, αντί να έχουν γίνει τεράστιες πια, να είναι “μικρά ομιλούντα αντικείμενα”. Διαπιστώνει την απογύμνωση των ψυχών και απογοητεύεται καθώς οι άνθρωποι δεν νοιάζονται ο ένας για τον άλλον. Αναρωτιέται πώς μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους όταν ο καθένας τους θεωρεί ότι είναι μοναδικός στα μάτια του ουρανού και τους αποκαλεί φτωχά δημιουργήματα της έμπνευσης, με ελάχιστη, εντέλει, ομοιότητα μαζί του. Όμως, παρ’ όλη την απογοήτευση και την ένταση στα όσα λέει, σχεδόν πάντα σε κατηγορητικό τόνο, έρχεται η στιγμή που παραδέχεται πως η μεγάλη του ευτυχία είναι ο ήχος της φωνής του ανθρώπου που προσεύχεται είτε γαλήνια είτε απεγνωσμένα, υπενθυμίζοντας πως πάντα απαντά στις παρακλήσεις ενώ ο θυμός του περνάει όπως περνάει ο χειμώνας.

Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα της ποιητικής συλλογής της Λουίζ Γκλικ, ο αναγνώστης νιώθει πως έχει ακολουθήσει μια κυκλική διαδρομή στην οποία η φωνή του ανθρώπου, της φύσης και του θείου συνυφαίνονται και γεννούν μία ενιαία εμπειρία αναζήτησης και μεταμόρφωσης. Η ‘Αγρια ‘Ιρις δεν προσφέρει λύσεις ούτε καταλήγει σε ένα οριστικό συμπέρασμα. Αφήνει όμως μια βαθιά αίσθηση συμφιλίωσης με την αβεβαιότητα και την αναπόφευκτη εναλλαγή φωτός και σκοταδιού. Μέσα από τις τρεις φωνές της συλλογής, η Γκλικ μάς υπενθυμίζει ότι η αναγέννηση δεν είναι μια αφηρημένη υπόσχεση αλλά μια διαδικασία που συνεχίζεται ακόμη κι όταν εμείς δεν την αντιλαμβανόμαστε. Έτσι, όταν το βιβλίο κλείνει στα χέρια μας, δεν κλείνει με ένα τέλος, αλλά με μια υπόμνηση ότι η ζωή ξαναρχίζει διαρκώς, κινείται σε αέναους κύκλους όπου επαναλαμβάνεται ο πόνος, η αγωνία αλλά και η ελπίδα.


[Λουίζ Γκλικ, Η Άγρια Ίρις, εκδόσεις Στερέωμα, Αθήνα 2025]


Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Η Κλέφτρα των Φρούτων ή Απλό Ταξίδι στην Ενδοχώρα, του Πέτερ Χάντκε

Αυστριακός στην καταγωγή, ο Πέτερ Χάντκε, συγγραφέας και μεταφραστής, έχει ασχοληθεί με κάθε είδος γραπτού και λυρικού λόγου: ποίηση, σενάριο, δοκίμιο, μυθιστόρημα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία το 2019, “για το επιδραστικό έργο του, το οποίο, με γλωσσική εφευρετικότητα, διερευνά και μεταφέρει την ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας”, προκάλεσε αντιδράσεις και συζητήσεις σε πολιτικό και λογοτεχνικό επίπεδο. Αυτό διότι ήταν στενός φίλος του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και έχει καταγραφεί ως ένας από τους ελάχιστους λόγιους ανά τον κόσμο που πήρε θέση ενάντια στους βομβαρδισμούς της Σερβίας το 1999. Ο ίδιος ο Χάντκε είπε ότι η απόφαση της Ακαδημίας της Στοκχόλμης για τη βράβευσή του ήταν μια “γενναία απόφαση” ενώ η Ακαδημία σε σχετική δήλωση ανέφερε ότι το βραβείο ήταν λογοτεχνικό και όχι πολιτικό.

Το βιβλίο “Η Κλέφτρα των Φρούτων ή Απλό Ταξίδι στην Ενδοχώρα” θεωρείται ένα από τα πιο ώριμα και πολυσύνθετα έργα του Χάντκε. Δεν είναι κλασικό μυθιστόρημα με γραμμική πλοκή, αλλά ένα ταξίδι στοχασμού που πραγματοποιείται μεταξύ πραγματικότητας και μύθου. Το βιβλίο ξεκινά με τον αφηγητή, προφανώς τον ίδιο τον συγγραφέα, καταμεσής του καλοκαιριού στον κήπο του σπιτιού του. Εκεί, παρατηρώντας τον χώρο γύρω του και μετά από ένα τσίμπημα μέλισσας η οποία παραδόξως δεν πεθαίνει, νιώθει την εσωτερική ανάγκη να αφήσει την καθημερινότητά του και να ξεκινήσει ένα ταξίδι μακριά από την ασφάλεια του αστικού τόπου κατοικίας του. Λίγο μετά την αρχή του ταξιδιού του, συναντά την Αλέξια. Αποσύρεται ο ίδιος, αθόρυβα, από το προσκήνιο και αφήνει τον αναγνώστη να ακολουθήσει και να γνωρίσει την Αλέξια. Η Αλέξια, η κεντρική ηρωίδα, έχει ξεκινήσει, επίσης, ένα τριήμερο ταξίδι από την περιοχή της Ιλ ντε Φρανς με προορισμό μια περιοχή της βόρειας Γαλλίας, την Πικαρδία, την “Ενδοχώρα”. Σκοπός του ταξιδιού, η συνάντηση με τη μητέρα της η οποία ζει εκεί. Στη διάρκεια του ταξιδιού, η Αλέξια μπαίνει σε ξένους κήπους και περιβόλια, “κλέβει” φρούτα και έτσι γίνεται “Η Κλέφτρα των Φρούτων”.

Ποιος είναι όμως, ο πραγματικός στόχος του συγγραφέα; Να μας δώσει ένα κείμενο ταξιδιωτικών εντυπώσεων που αφορούν τη γαλλική επαρχία; Σαφώς όχι. Το αντιλαμβανόμαστε ήδη από τον τίτλο ο οποίος συμπληρώνεται με τη διάζευξη “...Ή, Απλό Ταξίδι στην Ενδοχώρα”. Γρήγορα συνειδητοποιούμε ότι η Ενδοχώρα δεν είναι ένας τόπος γεωγραφικά περιορισμένος αλλά, ένας εσωτερικός τόπος όπου μπορεί κανείς να βρει τις ρίζες της ίδιας του της ύπαρξης. Ως τέτοιος τόπος, η Ενδοχώρα δεν έχει σχέση με το ρυθμό της σύγχρονης ζωής και την ψηφιακή τεχνολογία, γι’ αυτό και τοποθετείται μακριά από το παρισινό αστικό κέντρο.

Η Αλέξια, η κεντρική όπως είπαμε ηρωίδα, έχει πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σχεδόν εξωπραγματική μορφή, έχει επιλέξει έναν νομαδικό τρόπο ζωής. Ταξιδεύει διαρκώς, από τη ρωσική ανατολή ως την ευρωπαϊκή δύση με σύντομους μονάχα σταθμούς. Στην αρχή της αφήγησης, πληροφορούμαστε ότι αναζητά τη μητέρα της αλλά δεν αργούμε να αντιληφθούμε ότι, στην πραγματικότητα, αναζητά τον ίδιο της τον εαυτό. Η αναζήτηση αυτή συντελείται μέσα από συναντήσεις με ανθρώπους, μέσα από την παρατήρηση του τοπίου σε κάθε στιγμή της διαδρομής της, μέσα από την άμεση επαφή με τη φύση. Αυτή η ανάγκη της άμεσης επαφής με τη φύση είναι και η αιτία ίσως που την κάνει Κλέφτρα των Φρούτων. Η Αλέξια δεν κλέβει φρούτα από εγκληματική διάθεση αλλά από τη λαχτάρα της να έρθει σε κοινωνία με τη φύση δίχως κάποιο αντίτιμο, δίχως διαμεσολάβηση. Αυτή η ανάγκη της άμεσης, δίχως περισπασμούς, επαφής και γνωριμίας με τη φύση, με τον κόσμο, με τον εαυτό της, είναι μάλλον και η αιτία που ταξιδεύει μόνη της, ζώντας σε απόσταση ακόμα και από την οικογένειά της. Ο στόχος του ταξιδιού, η αναζήτηση της μητέρας – και η συνάντηση μαζί της – δεν είναι παρά άλλος ένας σημαντικός συμβολισμός στο κείμενο του Χάντκε: συμβολισμός της επιστροφής της Αλέξια στο αρχέγονο, στην αρχή της ύπαρξής της, όχι για να κλείσει ένας κύκλος μα για να αναγνωριστεί, να επιβεβαιωθεί η ίδια η ύπαρξή της. Η συνάντηση με τη μητέρα, εν τέλει, δεν γίνεται με εξάρσεις συναισθηματικές αλλά μέσα σε μία ήρεμη σιωπή, μητρική σιωπή, όπως δηλώνει ο συγγραφέας.

Δύσκολο το κείμενο της Κλέφτρας των Φρούτων, θα πουν αρκετοί αναγνώστες. Απαιτεί συγκέντρωση, προσοχή και υπομονή. Και όμως, ο Χάντκε δεν ξεγελά τον αναγνώστη. Δεν υπόσχεται εντυπωσιακή δραματική εξέλιξη στο βιβλίο του με ευχάριστο ή θλιβερό τέλος, ούτε πολύπλοκα και αναλυτικά ψυχογραφήματα προσώπων. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ζητά να αρνηθούμε τον γρήγορο ρυθμό της καθημερινότητάς μας, ζητά να επιβραδύνουμε και να προσαρμόσουμε τον βηματισμό μας σύμφωνα με αυτόν της ηρωίδας. Ζητά να γίνουμε καλοί παρατηρητές και μιμητές του τρόπου επαφής με το απλό, το γνήσιο, το από την αρχή του χρόνου αληθινό. Υπενθυμίζει πως κάθε ένας μας έχει τη δική του Ενδοχώρα που δεν της πρέπει να μένει ανεξερεύνητη. Υπόσχεται, πως αν ταξιδέψουμε κι εμείς στη δική μας Ενδοχώρα, στο τέλος του ταξιδιού θα βρούμε τη δύναμη ν’ απλώσουμε τα χέρια και ν’ αγκαλιάσουμε τον εαυτό μας. Και, “με τα μάτια κλειστά, το καραβάνι των λέξεων θα προβάλει σαν καινούργιο ξανά στο εσωτερικό των βλεφάρων” μας ...


Πέτερ Χάντκε, Η Κλέφτρα των Φρούτων 'Η Απλό Ταξίδι στην Ενδοχώρα, Εκδόσεις GUTENBERG, Αθήνα 2020

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω, του Λάσλο Κρασναχορκάι

Ούγγρος στην καταγωγή, ο βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2025 Λάσλο Κρασναχορκάι, μυθιστοριογράφος και σεναριογράφος, γνωστός για τα “δύσκολα”, σύμφωνα με την άποψη πολλών, μυθιστορήματά του. Κατά τον Τζέιμς Γουντς του New Yorker, μεταμοντέρνος συγγραφέας, με δυστοπικά και μελαγχολικά θέματα, κατά την Σούζαν Σόνταγκ όμως, “ο σύγχρονος Ούγγρος τεχνίτης της αποκάλυψης που έλκει τη σύγκριση με τον Ρώσο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ και τον Αμερικανό Χέρμαν Μέλβιλ”.

Το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας και έχει τίτλο “Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω”, σίγουρα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μυθιστόρημα με την παραδοσιακή έννοια. Ο ίδιος ο Κρασναχορκάι αποφεύγει συνήθως τους ειδολογικούς χαρακτηρισμούς, προτιμώντας να βλέπει τα έργα του ως πνευματικές διαδρομές. Σε μια πνευματική διαδρομή λοιπόν, καλούμαστε να ακολουθήσουμε τον συγγραφέα, ο οποίος παλεύει να βρει σημάδια της εμπειρίας του ιερού και του τέλειου μέσα στον σύγχρονο, αποϊεροποιημένο κόσμο. Δεκαεπτά στάσεις καλούμαστε να κάνουμε σε αυτή τη διαδρομή μέσα από δεκαεπτά αφηγήσεις σε διαφορετικό τόπο και χρόνο η κάθε μία. Δεκαεπτά αυτοτελείς ιστορίες, ανεξάρτητες μεταξύ τους; θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Ο συγγραφέας, σε αυτό το ερώτημα, δίνει ως απάντηση την, πραγματικά πρωτότυπη, αρίθμηση των αφηγήσεων. Η αρίθμηση, όπως μπορούμε να δούμε στα περιεχόμενα, είναι σύμφωνη με την ακολουθία Fibonacci στην οποία, κάθε αριθμός προστιθέμενος με τον προηγούμενό του, δημιουργεί τον επόμενο αριθμό. Η ακολουθία Fibonacci υπάρχει στον κανόνα της χρυσής τομής και τη συναντούμε παντού, στη φύση, στην επιστήμη, στο άπειρο σύμπαν και βέβαια, στις βασικές αρχές της τέχνης, την τάξη και την αρμονία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι όπως αναπτύσσεται σταδιακά η ακολουθία αριθμών Fibonacci, έτσι και στο βιβλίο κάθε κεφάλαιο συνδέεται με τα προηγούμενα, με αόρατους αλλά υπαρκτούς δεσμούς τάξης και αρμονίας, καθορισμένους από τον κύριο στόχο του συγγραφέα: την αναζήτηση του ιερού και του τέλειου.

Ο τίτλος του βιβλίου, λιτός αλλά πλήρης νοήματος, αποτελεί δήλωση εκ μέρους του συγγραφέα προς τον αναγνώστη, σχετικά με την κάθοδο της Σέιομπο “εκεί κάτω”, εδώ κάτω, στον φθαρτό κόσμο των ανθρώπων. Ποια είναι όμως η Σέιομπο; Σύμφωνα με την ιαπωνική, με ρίζες στην Κίνα, παράδοση, η Σέιομπο είναι η Βασίλισσα Μητέρα της Δύσης. Κατοικεί στα όρη Κουνλούν και κατέχει τους κήπους με τις ροδακινιές της αθανασίας, οι οποίες ανθίζουν και καρποφορούν κάθε τρεις χιλιάδες χρόνια και χαρίζουν σε όποιον γευτεί τους καρπούς τους την αιώνια ζωή. Η Σέιομπο είναι πανίσχυρη, μπορεί να εξαπολύσει καταστροφικές καταιγίδες και να επιβάλει την κοσμική ισορροπία, ενώ η θεϊκή της τελειότητα είναι δυνητικά επικίνδυνη ακόμα και όταν προσεγγίζεται με σεβασμό. Η μεταφράστρια του βιβλίου επιλέγει, πολύ εύστοχα κατά την άποψή μου, να χρησιμοποιήσει στον ελληνικό τίτλο το ρήμα “πέρασε” αν και αυτό δεν υπάρχει στον πρωτότυπο, ουγγρικό τίτλο. Κι αυτό γιατί, η Σέιομπο, ως έκφραση της απόλυτης, της υψηλής, της ιερής ομορφιάς, δεν ανήκει στον κόσμο μας. Περνάει, κάποιες φορές για μια στιγμή μονάχα, και αγγίζει ένα αντικείμενο, ένα πλάσμα, έναν άνθρωπο. Κι αν ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης, νιώσει την πνοή από το πέρασμά της, παλεύει απεγνωσμένα να αποτυπώσει την ιερή αυτή πνοή στο έργο του.

Ένα στοιχείο στη γραφή του Κρασναχορκάι, που εντυπωσιάζει, και ίσως κουράζει στην αρχή του βιβλίου, είναι οι τεράστιες περίοδοι που χρησιμοποιούνται. Γρήγορα όμως, ο αναγνώστης ανακαλύπτει μέσα τους, μια εσωτερική και μη σημειωμένη στο χαρτί στίξη, η οποία τον βοηθά να ακολουθήσει τον συγγραφέα στους δεκαεπτά σταθμούς της αφήγησής του. Σε κάθε μία από τις αφηγήσεις, αποτυπώνεται, με τρόπο αριστοτεχνικό, η μυστική κάθοδος της Σέιομπο στον κόσμο των ανθρώπων. Ενδεικτικά, μπορούμε να σχολιάσουμε σύντομα κάποιες από τις αφηγήσεις. Στην πρώτη αφήγηση, στις όχθες του ποταμού Καμό στο Κιότο, η μυστηριακή ενσάρκωση της Σέιομπο συντελείται μέσω ενός αργυροτσικνιά ο οποίος περιμένει ακίνητος τη λεία του. Η ακινησία του, πράξη ύψιστης πνευματικότητας, δημιουργεί μια εικόνα απόλυτης, ιερής ομορφιάς που μαρτυρεί την παρουσία της Σέιομπο. Όταν τελικά το πουλί κινείται για να αρπάξει τη λεία του, η εικόνα της απόλυτης ομορφιάς ολοκληρώνεται. Η θορυβώδης και σε διαρκή κίνηση πόλη, όμως, αδυνατεί να αντιληφθεί το μεγαλείο της στιγμής. Αδυνατεί να δει τη Σέιομπο.

Στην τρίτη αφήγηση, ακολουθούμε τη σειρά των γεγονότων από την αποσυναρμολόγηση του αγάλματος του Βούδα έως τη μεταφορά του στο εργαστήριο συντήρησης και την επιστροφή του πάλι στον ναό. Μάταια περιμένουμε την εμφάνιση της Σέιομπο την ώρα της μεγαλοπρεπούς ιερής τελετής επιστροφής του ανακαινισμένου αγάλματος. Η θεά αρνείται να εμφανιστεί στο πλήθος των πιστών. Επιλέγει να φανερωθεί στον γέροντα ηγούμενο του ναού, μετά τη λήξη της τελετής, μέσα από τη σιωπηλή επαφή του με ένα μυρμήγκι, ένα ταπεινό, αλλά τέλειο ως ύπαρξη, πλάσμα του μικρόκοσμου, το οποίο μαρτυρεί τη θεϊκή παρουσία στον κόσμο.

Στην, κατά τη γνώμη μου συγκλονιστική, τέταρτη αφήγηση, ο αναγνώστης ακολουθεί τον ήρωα ο οποίος περιπλανώμενος στη Βενετία, αναζητά έναν συγκεκριμένο πίνακα. Όταν τελικά έρχεται αντιμέτωπος με την εικόνα του νεκρού Χριστού με το γερμένο κεφάλι, ο ήρωας βυθίζεται σε μια κατάσταση που αγγίζει τα όρια της τρέλας. Μέσα στην απόλυτη προσήλωσή του, βιώνει μια τρομακτική παραίσθηση: νομίζει ότι τα κλειστά μάτια του νεκρού Χριστού ανοίγουν και τον κοιτάζουν. Η εμπειρία αυτή, σε συνδυασμό με την ανάμνηση της δήλωσης του πάπα Βενέδικτου ότι “και όμως η κόλαση υπάρχει”, τον συγκλονίζει συθέμελα και τον οδηγεί σε υπαρξιακή αγωνία. Κατά την άποψή μου, η Σέιομπο εμφανίζεται, σύμφωνα με τη βούληση του συγγραφέα, τη στιγμή που ανοίγουν τα μάτια του εικονιζόμενου στο έργο Χριστού. Σαφώς και η Σέιομπο δεν είναι ο Χριστός. Η Σέιομπο, περνά ως μια στιγμιαία και αβάσταχτη παρουσία και τρομοκρατεί τον ήρωα μετατρέποντάς τον από θεατή του ιερού σε θεώμενο και ελεγχόμενο από το ιερό. Ο συγγραφέας δηλώνει με σκληρό τρόπο ότι ο σύγχρονος άνθρωπος ζητά να γνωρίσει το ιερό επιφανειακά, αισθητικά και μόνο εξ αποστάσεως ως παρατηρητής, αποφεύγοντας τη διαλεκτική σχέση μαζί του γιατί αν αυτό συμβεί θα φανερωθεί η φθαρτή, αδύναμη, μη άξια ύπαρξή του.

Στην πέμπτη αφήγηση, “Στην Ακρόπολη” ένας μοναχικός άνδρας επισκέπτεται την Ακρόπολη με την επιθυμία να βιώσει την αυθεντική, ιερή ατμόσφαιρα του Παρθενώνα. Ωστόσο, έρχεται αντιμέτωπος με το χάος του μαζικού τουρισμού: πλήθη ανθρώπων που φωτογραφίζουν αδιάκοπα, θόρυβος και μια γενική αίσθηση πνευματικής πτώσης. Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με ένα εκτυφλωτικό φως που δεν του επιτρέπει να θαυμάσει τα μνημεία του ιερού βράχου. Ίσως το φως αυτό να δημιουργήθηκε από την γραφή του Κρασναχορκάι ως συμβολισμός της παρουσίας της Σέιομπο, ως συμβολισμός της τελειότητας, ως συμβολισμός της υψηλής τέχνης που γέννησε τα σπουδαία μνημεία και την οποία εμείς, ως απλοί θεατές, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Η συγκεκριμένη αφήγηση, από την αρχή έως και το τέλος της, παρουσιάζει τον αγώνα του ήρωα να ξεπεράσει το «θέαμα» για να φτάσει στην ουσία και, καταλήγει, στη θλιβερή συνειδητοποίηση της απόστασης που χωρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο από το αληθινά τέλειο, από το αληθινά υψηλό.

Στην όγδοη αφήγηση, παρακολουθούμε την πορεία της καθόδου και της ενσάρκωσης της Σέιομπο μέσω ενός σπουδαίου ηθοποιού του θεάτρου Νο. Ο Ινόουε Καζούγιουκι, αντιμετωπίζει την τέχνη του όχι ως επάγγελμα, αλλά ως μια σκληρή θρησκευτική άσκηση. Ζει σε μια κατάσταση διαρκούς εσωτερικής εγρήγορσης, όπου κάθε πρόβα και κάθε κίνηση αποσκοπούν στον απόλυτο έλεγχο του σώματος και της ψυχής. Κάθε φορά που ετοιμάζεται για την παράσταση, παραμερίζει κάθε δικό του συναίσθημα, καταργεί στην πραγματικότητα το δικό του εγώ, ώστε τη στιγμή που θα φορέσει τη μάσκα να γίνει ο άξιος αγωγός μέσω του οποίου θα φανερωθεί στον κόσμο η Σέιομπο. Η ζωή του Ινόουε είναι μια διαρκής θυσία, εν αναμονή της στιγμής της ιερής συνάντησης με τη θεά. Μέσα από την αφήγηση της καθημερινότητας του Ινόουε, ο Κρασναχορκάι δηλώνει ότι η αληθινή τέχνη δεν είναι αναπαράσταση, αλλά πραγματική επαφή με μια ανώτερη τάξη πραγμάτων.

Αν θελήσουμε να δώσουμε έναν χαρακτηρισμό στο βιβλίο που διαβάσαμε, μπορούμε να πούμε ότι σίγουρα δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα, αλλά μια σπονδυλωτή σπουδή πάνω στην ιερότητα, την ομορφιά και την αγωνία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μέσα στις σελίδες του, ο συγγραφέας φέρνει σε διάλογο τον βουδισμό, τον σιντοϊσμό, την αρχαία ελληνική σκέψη και τη χριστιανική παράδοση, δείχνοντας ότι η ανάγκη της αναζήτησης του απόλυτου είναι καθολική και όχι πολιτισμικά περιορισμένη. Μέσα στις σελίδες του, εξαίρεται η Τέχνη ως μία ιερή, ασκητική πράξη. Μία πράξη που αναγκάζει τον καλλιτέχνη να βιώνει μια μοναχική πορεία, υποφέροντας πολλές φορές, όπως ο Ζεάμι στην εξορία ή ο καλλιτέχνης στον λάκκο με το χωμάτινο άλογο. Επίσης, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, αναδεικνύεται η μυστική εσωτερική ομορφιά που υπάρχει σε κάθε έργο τέχνης και η οποία παραμένει αόρατη σε όσους δεν διαθέτουν την πνευματική “εξουσιοδότηση” να τη δουν. Μέσα στις σελίδες του, τονίζεται η τύφλωση του σύγχρονου κόσμου, η γεννημένη από τη βαρβαρότητα της μαζικής κατανάλωσης. Μέσα στις σελίδες του προβάλλεται ο αγώνας της Τέχνης ενάντια στη λήθη. Αυτά και άλλα ίσως, τα οποία δεν μπορέσαμε να συλλάβουμε, συντελούνται υπό το άγρυπνο βλέμμα της Σέιομπο, της οποίας το πέρασμα από εδώ κάτω, γεννά χρέος μεγάλο. Ο άνθρωπος, αν και ένα “σκέτο ξέφτι” μπροστά στο γαλάζιο του άπειρου, οφείλει να αναζητά τη σύνδεση με το υψηλό, με το θείο, όποιο κι αν είναι το τίμημα της αναζήτησής του.


[Λάσλο Κρασναχορκάι, Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω, Εκδόσεις  ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2019 & 2025]

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί, της Όλγκα Τοκάρτσουκ

Το μυθιστόρημα «Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί» της Όλγκα Τοκάρτσουκ, εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Πολωνία το 1996 και θεωρείται ως το μυθιστόρημα που έφερε στη συγγραφέα τη διεθνή αναγνώριση.

Από την πρώτη κιόλας σελίδα του μυθιστορήματος, ο αναγνώστης διαπιστώνει τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής της Τοκάρτσουκ, τον τρόπο γραφής για τον οποίο η Σουηδική Ακαδημία της απένειμε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2018. Διαβάζουμε στην επίσημη σελίδα της Ακαδημίας ότι το βραβείο της απονεμήθηκε «… για την αφηγηματική της φαντασία, η οποία με εγκυκλοπαιδικό πάθος αναπαριστά το πέρασμα των ορίων ως τρόπο ζωής».

Η συγγραφέας, έχει δηλώσει σε συνέντευξή της: «…γράφω βιβλία για να διευρύνω το μυαλό των ανθρώπων. Για να δείξω μία νέα οπτική γωνία. Για να κατανοήσουν οι άνθρωποι ότι αυτό που θεωρούν προφανές δεν είναι τόσο προφανές… Γι’ αυτό υπάρχει η λογοτεχνία. Για να μπορέσουμε να διευρύνουμε τη συνείδησή μας και την ικανότητα μας να ερμηνεύουμε τη ζωή…» Δύσκολο, όμως, να απομονώσουμε έναν και μόνο λόγο για τον οποίο έγραψε η Τοκάρτσουκ το μυθιστόρημα «Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί», καθώς πρόκειται για πραγματικά πολυεπίπεδο έργο. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε, με μια πρώτη ανάγνωση, ότι η συγγραφέας προσπάθησε να εξερευνήσει, μυθοποιώντας την, την πολωνική ταυτότητα μέσα στο πλαίσιο της έντονα ταραχώδους ιστορίας του 20ού αιώνα.

Τι είναι όμως το Αρχέγονο; Ένας απομονωμένος μικρόκοσμος, ένα χωριό σαν αυτά των παραμυθιών της παλιάς εποχής, με σαφή όρια, τα οποία δεν τολμά κανείς εύκολα να περάσει. Το Αρχέγονο, βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο, από δυνάμεις που προσπαθούν να παραβιάσουν τα όριά του. Υπερφυσικά όντα όμως, τέσσερις αρχάγγελοι, το προστατεύουν από τις δυνάμεις αυτές: από την αγωνία του ταξιδιώτη, από τον πόθο να κατέχεις και να κατέχεσαι, από την αλαζονεία, από την υπεροψία. Η συγγραφέας παρακολουθεί τις τύχες των κατοίκων του μυθικού αυτού χωριού στην Πολωνία, το οποίο οι κάτοικοί του θεωρούν ως το κέντρο του σύμπαντος. Η αφήγηση εκτείνεται χρονικά σε μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, ξεκινώντας από το 1914 και φτάνοντας ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η πλοκή ξετυλίγεται μέσα από τις ζωές τριών διαδοχικών γενεών δύο βασικών οικογενειών. Οι ζωές των ανθρώπων αυτών (οι έρωτες, οι γεννήσεις, οι πόλεμοι, οι τραγωδίες και οι καθημερινές στιγμές) διαμορφώνονται και συχνά διαλύονται από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που εισβάλλουν στον μικρόκοσμό τους, όπως οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η επακόλουθη κομμουνιστική περίοδος.

Πολλά είναι τα στοιχεία που εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη του μυθιστορήματος της Όλγκα Τοκάρτσουκ. Το στοιχείο του μύθου ένα από αυτά. Η συγγραφέας μετατρέπει την ιστορία σε μύθο, ο οποίος διαδραματίζεται σε έναν τόπο όπου ο γραμμικός, ιστορικός χρόνος (τα γεγονότα, οι πόλεμοι, τα κοινωνικά κινήματα) συναντά τον κυκλικό, μυθικό χρόνο (οι εποχές, οι φυσικές μεταβολές, οι γενιές των ανθρώπων). Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι το μυθικό στοιχείο χρησιμοποιείται ως μέσο φυγής από την πραγματικότητα, αλλά ως μέσο για να φωτιστούν βαθύτερες αλήθειες που έχουν σχέση με την ανθρώπινη ύπαρξη. Άλλο στοιχείο που μας εντυπωσιάζει είναι η χρήση του χρόνου μέσα στην αφήγηση. Για την συγγραφέα ο χρόνος, ο καιρός όπως τον ονομάζει, δεν είναι αντικειμενικός, δεν είναι μοναδικός. Είναι ο καιρός της Γκενοβέφα, ο καιρός της Μίσια, ο καιρός του Κακού Ανθρώπου, ο καιρός του Θεού… Ο χρόνος λοιπόν δεν είναι ένας, είναι πολλοί, παράλληλοι, υποκειμενικοί χρόνοι, με τον δικό του ρυθμό ο καθένας. Η συγγραφέας, επίσης, μιλά για τη φύση. Η φύση δεν
είναι απλά ένα θέατρο του ιστορικού γίγνεσθαι, είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ένα, πολλές φορές αόρατο, ζωντανό δίκτυο στοιχείων, με δική του συνείδηση. Η φύση, νιώθουμε, μέσα από τον λόγο της συγγραφέως, ότι βρίσκεται σε βαθιά, αδιάσπαστη – αν και ίσως ξεχασμένη – σχέση με τους ανθρώπους, με τον τόπο τους αλλά και με τον πνευματικό κόσμο. Η Μεγάλη Ιστορία επίσης, για τη συγγραφέα, δεν είναι πρώτης προτεραιότητας. Οι μεγάλες μάχες, οι μεγάλοι ηγέτες, παραμερίζουν και προσφέρουν χώρο στη μικροϊστορία, στον πόνο, τα βάσανα, τον έρωτα, τη γέννηση και τον θάνατο των απλών ανθρώπων που υπάρχουν αθόρυβα και που βιώνουν τα ιστορικά γεγονότα σχεδόν παθητικά.

Ένα στοιχείο που προβληματίζει, και προκαλεί ίσως, τον αναγνώστη, είναι ο περί Θεού λόγος που αναπτύσσεται στις σελίδες του μυθιστορήματος. Η συγγραφέας παρουσιάζει τον Θεό με τρόπο αιρετικό και ιδιαίτερο, ο οποίος αποκλίνει από τη χριστιανική παράδοση, τόσο την ανατολική όσο και τη δυτική. Ο Θεός του Αρχέγονου έχει δημιουργήσει ένα σύμπαν οκτώ κόσμων, το οποίο θυμίζει τα πτολεμαϊκά, γεωκεντρικά μοντέλα. Στόχος του ανθρώπου είναι βρει τη διαδρομή διαφυγής και να απελευθερωθεί από τα δεσμά των οκτώ κόσμων. Ο Θεός παρουσιάζεται αποστασιοποιημένος, αναποφάσιστος, βαριεστημένος με την ανθρωπότητα, ακόμα και ιδιοτελής. Η στάση του αυτή γεννά αμφιβολία στους ανθρώπους και απορία σχετικά με τις προθέσεις του. Γιατί όμως παρουσιάζει η Τοκάρτσουκ τον Θεό ως μια αδιάφορη ανώτερη δύναμη; Είναι αυτό μια πράξη βλασφημίας; Σαφώς και δεν είναι. Η συγγραφέας, παρουσιάζει τα δεινά του 20ού αιώνα (δύο παγκόσμιους πολέμους και  την άνοδο ολοκληρωτικών καθεστώτων) και βάζει τον Θεό του μυθικού Αρχέγονου να αδιαφορεί για αυτά, για να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της ηθικής ευθύνης: από τον ουρανό, στον άνθρωπο. Ο Θεός δεν παρεμβαίνει και αφήνει τον άνθρωπο, με τις ελεύθερες επιλογές του, να στρέφεται άλλοτε προς το καλό και άλλοτε προς το κακό. Ουσιαστικά, η «αδιαφορία» του Θεού, αναγκάζει τον αναγνώστη να κοιτάξει χαμηλότερα και να αναγνωρίσει τον άνθρωπο ως τον πραγματικό ηθικό δρώντα. Η σωτηρία ή ο αφανισμός του Αρχέγονου, και κατ’ επέκταση του κόσμου, βρίσκεται στα χέρια των κατοίκων του. Η ηθική και η ανηθικότητα, η ελπίδα και η απελπισία, η σωτηρία και η καταστροφή, είναι ανθρώπινες υποθέσεις.

Ολοκληρώνοντας τον σύντομο σχολιασμό του μυθιστορήματος «Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί», θεωρώ ότι αξίζει να γίνει αναφορά στο θέμα της ταύτισης του αναγνώστη. Κάθε φορά που τελειώνει η ανάγνωση ενός βιβλίου, είναι πολύ συχνή η αίσθηση της ταύτισης του αναγνώστη με κάποιον ή κάποιους από τους ήρωες. Στο Αρχέγονο, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και αυτό είναι επιλογή της συγγραφέως, η οποία μέσω της διάσπασης του χρόνου σε καιρούς, δεν μας επιτρέπει να μένουμε αρκετά με έναν ήρωα και να γίνουμε ένα μαζί του. Εναλλάσσοντας με γρήγορους ρυθμούς τους καιρούς των ηρώων, ορίζει να είμαστε μονάχα παρατηρητές της ζωής τους από ψηλά, θαρρείς αιωρούμενοι πλάι στους αρχάγγελους προστάτες του Αρχέγονου. Παρ’ όλα αυτά, εν τέλει, υπάρχει μια αίσθηση ταύτισης. Όχι με τα πρόσωπα, μα με τις καταστάσεις που βιώνουν τα πρόσωπα. Με την απώλεια, με τον πόνο που γεννά ο πόλεμος, με τις νέες αναζητήσεις, με τα ένστικτα, με το παράλογο και την κοινωνική περιθωριοποίηση που γεννά αυτό, με την υποταγή στην ανθρώπινη μοίρα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι, αν και απουσιάζει η ταύτιση με έναν ήρωα, συντελείται, μέσα από τη γραφή της Τοκάρτσουκ, ταύτιση του αναγνώστη με το ίδιο το Αρχέγονο. Έναν τόπο μυθικό μεν, ζωντανό δε, ο οποίος υποφέρει, λαβώνεται, γιατρεύεται, μεταβάλλεται. Έναν τόπο που αν δεν τον είχε ονομάσει «Αρχέγονο» η συγγραφέας, θα μπορούσε να λέγεται «Ανθρώπινη Ψυχή».

[Όλγκα Τοκάρτσουκ, Το Αρχέγονο και Άλλοι Καιροί, Εκδόσεις Καστανιώτη, 9η Έκδοση,  Αθήνα 2023]

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

Τα Χρόνια, της Annie Ernaux

Η βραβευμένη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2022, Annie Ernaux, έγραψε “Τα Χρόνια” το 2008. Το έργο αυτό είναι, κατά τον Νίκο Μπακουνάκη, ο λογοτεχνικός καθεδρικός της συγγραφέως, με την έννοια της μεγάλης και τέλειας αρχιτεκτονικής σύνθεσης μέσα στην οποία έχουν ενσωματωθεί με αριστοτεχνικό τρόπο όλα τα προηγούμενα βιβλία της.

Σε ποια κατηγορία, όμως, εντάσσεται αυτό το βιβλίο, αναρωτιόμαστε καθώς πορευόμαστε αναγνωστικά στις σελίδες του. Τα Χρόνια, έχουν χαρακτηριστεί από σημαντικούς κριτικούς ως υβριδικά απομνημονεύματα τα οποία καλύπτουν την περίοδο από το 1941 έως το 2006. Ο εκδοτικός οίκος Seven Stories Press περιγράφει το βιβλίο ως μία αυτοβιογραφία η οποία είναι ταυτόχρονα υποκειμενική αλλά και απρόσωπη, ατομική αλλά και συλλογική.

Η Ernaux, ακολουθεί μέσα στην πορεία του χρόνου, την πορεία της ηρωίδας της – που άλλη δεν είναι από τη δική της πορεία – παράλληλα με την εξέλιξη και αναδιαμόρφωση του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου. Έτσι, εμείς οι αναγνώστες βλέπουμε, από το 1940 ως το 1950, τη γέννηση και τα πρώτα της παιδικά χρόνια στο φτωχό επαρχιακό περιβάλλον της Νορμανδίας, σημαδεμένο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, την Απελευθέρωση της Γαλλίας και τη μεταπολεμική ανέχεια. Την επόμενη δεκαετία, 1950–1960, ακολουθούμε τα βήματά της ως μαθήτρια και φοιτήτρια που αγωνίζεται για την κοινωνική άνοδο μέσω της εκπαίδευσης και παράλληλα βλέπουμε την άνοδο της καταναλωτικής κοινωνίας. Νέες ηλεκτρικές συσκευές, νέα πρότυπα, νέα ήθη. Τα χρόνια περνούν, έρχεται ο έρωτας, η σεξουαλική και πολιτική αφύπνιση. Έρχεται ο Μάης του ‘68, το φεμινιστικό κίνημα, η αμφισβήτηση των παραδοσιακών αξιών, η σύγκρουση του χθες με το αύριο. Τα χρόνια που ακολουθούν, από το 1970 ως το 1980, βρίσκουν την ηρωίδα να εργάζεται ως εκπαιδευτικός, να αποκτά οικογένεια, να ζει την ένταση ανάμεσα στην οικογενειακή ζωή και την προσωπική ελευθερία και παράλληλα να συνειδητοποιεί την κόπωση και το ξεθώριασμα των μεγάλων ιδεολογιών. Στα επόμενα χρόνια, από το 1980 ώς το 1990, έρχεται η ώρα της επανεξέτασης της ζωής της ηρωίδας, η ώρα του διαζυγίου, την ίδια ώρα που στον κόσμο επικρατεί η μαζική κουλτούρα, η παντοδυναμία της τηλεοπτικής εικόνας, ο ατομισμός. Τα χρόνια της ωριμότητάς της, η δεκαετία του ‘90, χρόνια της παγκοσμιοποίησης, του διαδικτύου, της τεχνολογικής επανάστασης, φέρνουν την ηρωίδα (τη συγγραφέα δηλαδή, ας μην το ξεχνάμε), αντιμέτωπη με το γήρας, τη φθορά, τον θάνατο των γονιών της. Τελευταίος σταθμός του ταξιδιού μέσα στον χρόνο, η νέα χιλιετία. Έρχεται πια η ώρα του αναστοχασμού της δικής της ζωής αλλά και της ζωής όλης της γενιάς της, μέσα από φωτογραφίες, προσωπικά ημερολόγια, μνήμες.

Φτάνοντας στο τέλος της ανάγνωσης του βιβλίου, έρχεται η ώρα του “γιατί”. Για ποιον λόγο γράφτηκαν Τα Χρόνια και για ποιον λόγο απουσιάζει το πρώτο ενικό πρόσωπο από την αφήγηση; Η Ernaux, κατά την άποψή μου, έγραψε το βιβλίο της γιατί θέλησε, με όπλο τη γραφή της, να μπει στην αρχέγονη μάχη ενάντια στη λήθη. Θέλησε να σώσει όχι τις δικές της μνήμες ζωής – γι’ αυτό και απουσιάζει το “εγώ” -, αλλά τη συλλογική μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς Γάλλων, αυτών που γεννήθηκαν την εποχή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και βίωσαν όλες τις μεγάλες στιγμές του 20ού αιώνα. Κι αυτή τη διάσωση της συλλογικής μνήμης, θέλησε να την πραγματοποιήσει μέσω της αναφοράς μικρών καθημερινών λεπτομερειών της ζωής. Τι έτρωγαν, τι άκουγαν, πώς μιλούσαν, τι έπρατταν, τι φοβούνταν, τι ονειρεύονταν, για τι αγωνίζονταν οι άνθρωποι κάθε εποχής, δεν είναι παρά τα στοιχεία στα οποία αποτυπώνεται η ψυχή ολόκληρης της εποχής. Η απόδειξη της επιτυχίας του εγχειρήματος της συγγραφέως, βρίσκεται στην έκπληξη που νιώθει ο μη Γάλλος αναγνώστης – ασφαλώς και εμείς - κάθε φορά που, σε διάφορους σταθμούς της αφήγησης, εντοπίζει μυστικές γωνιές όπου μπορεί να αποθέσει, με ασφάλεια, δικές του μνήμες: από τα δύσκολα παιδικά του χρόνια σε κάποιο ορεινό χωριό, από τους κοινωνικούς αγώνες των δικών του φοιτητικών χρόνων, από τις δικές του ώρες χαράς και θλίψης.

Συλλογικός, λοιπόν, είναι ο Χρόνος, συλλογική η Μνήμη, δηλώνει η Annie Ernaux και μας καλεί να κρατήσουμε στα χέρια μας Τα Χρόνια και, μαζί της, να στοχαστούμε. Να σταθούμε απέναντι στα όσα βιώσαμε, στα όσα κερδίσαμε, στα όσα χάσαμε ως τώρα. Μας καλεί να νιώσουμε πως, όντας ένα κομμάτι, μικρό ίσως αλλά σημαντικό, της Ιστορίας του “Εμείς” δεν είμαστε μόνοι. Και, με σύμμαχο τη Μνήμη, να συνεχίσουμε να πορευόμαστε ακολουθώντας τον αέναο ρου του χρόνου.

Annie Ernaux, Τα Χρόνια, Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, Αθήνα 2023, μετάφραση: Ρίτα Κολαΐτη

Τρίτη 27 Μαΐου 2025

 Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων

Στράτης Μυριβήλης, Μ. Καραγάτσης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης

Την Κυριακή, 2 Μαρτίου του 1958, άρχισε, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση που είχε προηγηθεί στην εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, μια “πραγματική λογοτεχνική σκυταλοδρομία” η οποία ολοκληρώθηκε στις 26 Απριλίου του ίδιου έτους. Συναγωνιστές – όχι ανταγωνιστές – τέσσερις συγγραφείς της Γενιάς του ‘30: Μυριβήλης, Καραγάτσης, Τερζάκης, Βενέζης. Όρος απαράβατος είχε τεθεί, μεταξύ των συγγραφέων να μην υπάρξει προσυνεννόηση σχετικά με την πλοκή του έργου. Ο κάθε συγγραφέας, παραλαμβάνοντας τη σκυτάλη θα συνέχιζε κατά την κρίση και τη φαντασία του. Οι συγγραφείς πείστηκαν να συμμετάσχουν στο λογοτεχνικό αυτό εγχείρημα όχι δίχως σοβαρές αμφιβολίες. Η σειρά συγγραφής ορίστηκε με κλήρωση. Το πρώτο κεφάλαιο γράφτηκε από τον Μυριβήλη, το δεύτερο από τον Καραγάτση, το τρίτο από τον Τερζάκη, το τέταρτο από τον Βενέζη και, σε επαναληπτικό κύκλο με την ίδια σειρά συγγραφής, ακολούθησαν άλλα τέσσερα κεφάλαια. Έτσι, η έναρξη του Μυθιστορήματος των Τεσσάρων γεννήθηκε από την πένα του Μυριβήλη και η λήξη από αυτήν του Βενέζη.

Η πλοκή του μυθιστορήματος ξεκινά στην προπολεμική Αίγινα. Εκεί γεννιέται η ηρωίδα, φέροντας, εν αγνοία της, στην ψυχή, ένα βαρύ τραύμα με το οποίο πορεύεται στη ζωή της. Ελισάβετ Μανιάτη το όνομά της ή Νενέλα, καλλιτέχνης του λυρικού θεάτρου, με σπουδές μουσικής και χορού στη Γερμανία. Στη διάρκεια της Κατοχής, γίνεται μέλος παράνομης οργάνωσης η οποία έχει ως έργο της την ενίσχυση πατριωτών που συμμετέχουν στην Αντίσταση. Στη διάρκεια της Κατοχής, επίσης, γνωρίζεται με τον ήρωα του μυθιστορήματος, τον Αμεντέο Μαντσίνι, αξιωματικό του δικαστικού τμήματος της ιταλικής διοίκησης. Η συνάντηση της Ελισάβετ και του Αμεντέο μοιάζει σχεδόν επιβεβλημένη από το θέλημα της μοίρας. Όχι μιας μοίρας που γεννά όμορφες, ρομαντικές ιστορίες αλλά μιας μοίρας που φέρνει γιατρειά στις ανθρώπινες ψυχές, στις ψυχές της Ελισάβετ και του Αμεντέο, που έχουν βαθιά σημαδευτεί από το προγονικό τραύμα.

Το στοιχείο της προδοσίας και τα ερωτήματα που αυτή γεννά (ποιος πρόδωσε τον στρατηγό Μυλωνάκο και ποιος ήταν ο συντάκτης του ανώνυμου γράμματος), δίνουν, αρχικά, στο κείμενο έναν αέρα αστυνομικού μυθιστορήματος. Από τη στιγμή όμως που αρχίζει να εξελίσσεται το ταξίδι της εσωτερικής αναζήτησης των ηρώων, αντιλαμβανόμαστε ότι οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τα παραπάνω ερωτήματα ως αφορμή για να παρουσιάσουν τις σκέψεις τους για τα μεγάλα ζητήματα της εποχής τους, κοινωνικά και εθνικά.

Ο κάθε συγγραφέας αφήνει στο Μυθιστόρημα των Τεσσάρων το δικό του χνάρι. Ο Μυριβήλης, θυμίζει στον αναγνώστη πως ακόμα κι ένα αντικείμενο, ένα κατασκεύασμα, σαν τον ανεμόμυλο στην Αίγινα, κρύβει μέσα του την ιστορία που δεν καταγράφουν οι ιστορικοί, την ιστορία της “φτωχής ανθρώπινης καρδιάς” τη γεμάτη από τραγωδίες και σπαραγμούς. Ο Μυριβήλης, επίσης, φρίττει διαπιστώνοντας τη βαρβαρότητα της εποχής του, όπου οι λαοί, έρμαιο στις διαθέσεις των δυνατών, αλληλοσπαράσσονται και απευθύνει κάλεσμα διαχρονικό και καθολικό, με στόχο την εύρεση του χαμένου ανθρώπινου εαυτού μας.

Ο Καραγάτσης, δηλώνει δίχως φόβο ότι, στην Κατοχή, ανάμεσα στους Έλληνες υπήρξαν προδότες και τους κατηγορεί ευθέως λέγοντας γι’ αυτούς ότι δεν ήταν παρά “...το ελάχιστο εκείνο βιολογικό κατακάθι της κάθε φυλής. Όλοι τους...υποκείμενα ιδιοτελή, που πρόδιναν την πατρίδα τους κινημένοι από υλικό συμφέρον”. Μιλά επίσης για το αρχέγονο ένστικτο του εγώ “...που ελλοχεύει ύπουλα στα κύτταρά μας…” και που μας το έχει μεταδώσει  μέσα από αναρίθμητες γενιές ο άνθρωπος των σπηλαίων, ο μακρινός πρόγονός μας. Το αρχέγονο ένστικτο που μπορεί να παραμερίσει αιώνες πολιτισμού και να ξαναγίνει απειλή φονική, για χάρη της κυριαρχίας ή, έστω, της επιβίωσης.

Ο Τερζάκης, μιλά για την κοινωνική ζωή της εποχής του. “Μια φαντασμαγορία από αστερισμούς” που έχει αστέρια όλων των μεγεθών και των ποιοτήτων. Μιλά για τη λαχτάρα απόδρασης, με κάθε μέσο – ιερό και ανίερο - από την άχρωμη μικροαστική ζωή. Μιλά για τη γυναίκα και την εκμετάλλευση που υφίσταται στην εποχή του. Για τη γυναίκα που πορεύεται, αρκετές φορές απαξιωμένη, δίχως δύναμη να υπερασπιστεί την αξιοπρέπειά της, λειτουργώντας ως μέσο επίτευξης στόχων ιδιοτελών: “Η γυναίκα… η λεωφόρος που οδηγεί παντού”.

Ο Βενέζης, φτάνει μαζί με την Ελισάβετ στον Πειραιά και αφουγκράζεται τη ζωή του λιμανιού. Στέκεται καταμεσής “στην καρδιά της ανάγκης” και προσκυνά με σεβασμό τον ιερό αγώνα για επιβίωση. Έχοντας και ο ίδιος τις δικές του παλιές πληγές, οδηγεί αργότερα την Ελισάβετ στον τόπο όπου θ’ ακούσει “...τους μισοσβησμένους τους ήχους που έρχονταν από το βάθος των παιδικών της χρόνων…” γιατί γνωρίζει πως το συναπάντημα με το παρελθόν, θα σημάνει και το αρχίνισμα της γιατρειάς της.  Το ξημέρωμα, την ώρα της δόξας του σύμπαντος κόσμου, στην Αφαία, “καθισμένη στη ρίζα μιας δυτικής κολόνας” η Ελισάβετ, δεν είναι μοναχή. Μαζί της κάθεται ο Βενέζης και δίπλα του ο αναγνώστης… Ο ψίθυρος, γεννημένος από τα βάθη της ψυχής όλων. Της Ελισάβετ, του συγγραφέα, της δικής μας ψυχής: “Θε μου, μέσα σε τόση ομορφιά γιατί ο άνθρωπος ξεστράτισε τόσο;”

Έχοντας ακούσει ότι το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων γράφτηκε μετά από πρόταση του Γιάννη Μαρή προς την εφημερίδα “ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ”, ο αναγνώστης που θα επιλέξει να το διαβάσει ως άλλο ένα ακόμα αστυνομικό μυθιστόρημα, αρχικά θα απογοητευθεί. Καθώς όμως θα προχωρά η ανάγνωση, είναι σίγουρο ότι θα γοητευθεί και θα δεχτεί την πρόσκληση τεσσάρων μεγάλων πνευματικών δημιουργών να διαβάσει και άλλα έργα τους και να γνωρίσει τις σκέψεις, τις ιδέες, τις αναζητήσεις, τα όνειρα, της γενιάς τους. Της σπουδαίας Γενιάς του ‘30.

[Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων, Στράτης Μυριβήλης, Μ. Καραγάτσης, Άγγελος Τερζάκης, Ηλίας Βενέζης, εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ “ΕΣΤΙΑΣ”, Αθήνα 2021, 23η Έκδοση]

Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

 

Μυστική Ζωή, του Άγγελου Τερζάκη

Ο αναγνώστης ο οποίος ενθουσιάστηκε με τον ιπποτισμό, την υπερηφάνεια, το πάθος και το καθήκον της προάσπισης της τιμής, στοιχεία της γραφή του Άγγελου Τερζάκη στην Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ, σίγουρα θα εκπλαγεί, ίσως νιώσει και άβολα στην αρχή, διαβάζοντας τη Μυστική Ζωή.

Από την πρώτη σελίδα κιόλας, νιώθουμε ότι ο συγγραφέας μάς οδηγεί σε έναν άλλο κόσμο, εσωτερικό, μοναχικό, σε μιαν άλλη ζωή, μυστική. Η δράση συντελείται σε μια θλιβερή συνοικία, με σπίτια φτωχικά, με δρόμους και καφενεία έρημα σχεδόν, σε μια συνοικία όπου θαρρείς πως έχει χαθεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας λόγιος διανοούμενος δημοσιογράφος και μεταφραστής. Αν και ξεπεσμένος μικροαστός και ο ίδιος, ξεχωρίζει από τον κοινωνικό του περίγυρο καθώς αδυνατεί να δεχτεί τα όσα γεννά η χυδαιότητα της ζωής. Είναι άνθρωπος πολύ χαμηλών τόνων, ιδιαίτερα ανασφαλής και με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Ο συγγραφέας ορίζει να είναι ανώνυμος και να αφηγείται, σε πρώτο πρόσωπο, όσα διαδραματίζονται καθώς και τη δική του εμπλοκή σε αυτά.

Ένα από τα κύρια στοιχεία του μυθιστορήματος είναι το τραύμα, το οποίο γεννιέται μέσα από δύο οικογενειακές τραγωδίες. Η πρώτη αφορά στην οικογένεια Ροβιλά, με πρωταγωνιστές τη Βένα και τον πατέρα της και η δεύτερη έχει να κάνει με το αντρόγυνο Βασίλη και Κικής Γεωργίου. Ο πατέρας της Βένας είναι ένας ιδιόρρυθμος μαθηματικός ο οποίος θεωρεί ότι έχει πέσει θύμα μιας σκοτεινής συνωμοσίας ξένων επιστημόνων και άλλων ισχυρών προσώπων, οι οποίοι οικειοποιήθηκαν μια σπουδαία μαθηματική ανακάλυψή του. Αυτή η πεποίθηση σε συνδυασμό με την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί, τον οδηγούν σε πλήρη απομόνωση από τον κόσμο. Η Βένα, αφοσιωμένη στον πατέρα της, πιστεύει και αυτή στα περί συνωμοσίας λεγόμενά του. Υιοθετεί και αυτή τον μοναχικό τρόπο ζωής του πατέρα της, μη επικοινωνώντας ούτε καν με τον αδελφό της ο οποίος έχει ανέλθει κοινωνικά και οικονομικά και για τον οποίο, κατά την αφήγηση, δημιουργούνται υπόνοιες διαφθοράς πολιτικής και κοινωνικής.  Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος αλλά και η αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετωπίζει η Βένα την οικονομική καταστροφή του πατέρα της, η οποία έχει οδηγήσει και στη διάλυση του αρραβώνα της, ελλείψεως προίκας. Στρέφεται στο διάβασμα, έρχεται σε επαφή με έργα ξένων συγγραφέων καθώς γνωρίζει ξένες γλώσσες και μεταφράζει ευκαιριακά κάποια κείμενα. Η καλλιέργειά της, την κάνει να διαφέρει από τα υπόλοιπα μέλη του μικρόκοσμου της συνοικίας, όμως δεν εκμεταλλεύεται την ανωτερότητά της αυτή, παραμένει εσωστρεφής και προσκολλημένη στον πατέρα της. Η σκέψη να παντρευτεί, όπως η ίδια δηλώνει, της προξενεί αηδία, καθώς θεωρεί φριχτό να γίνει ιδιοκτησία ενός άλλου σύμφωνα με τους αστικούς νόμους. Ακόμα και τα αισθήματα του κεντρικού ήρωα, του διανοούμενου αφηγητή, προς αυτήν, δεν ευδοκιμούν. Και οι δύο, αδυνατούν να δεχτούν την πραγματικότητα, όποια και αν είναι αυτή. Έτσι, αν και εμείς σαν αναγνώστες νιώθουμε ότι θα μπορούσαν να έρθουν κοντά, αποδεικνύονται μη ικανοί να βρουν ή να δημιουργήσουν ένα κοινό σημείο συνάντησης.

Σε δεύτερο επίπεδο εξελίσσεται μια άλλη τραγωδία, η οποία έχει ως αιτία της την καταθλιπτική καθημερινότητα της ζωής του Βασίλη μέσα στον γάμο του με την Κική Γεωργίου. Ο Βασίλης, κάποια στιγμή, συναντά μια γυναίκα, την Ηρώ Δραγάνη, η οποία ξυπνά όσα έχει μέσα του απωθήσει, υποταγμένος στις κοινωνικές επιταγές. Εγκαταλείπει τον ρόλο του πιστού συζύγου και οικογενειάρχη και ονειρεύεται μια νέα ζωή. Δεν μπορεί να αντισταθεί σε ό,τι μέσα του ξυπνά η γνωριμία με την Ηρώ. Είναι πέρα από τις δυνάμεις του και σύμφωνα με τον αφηγητή, είναι “σαν να πέθανε κρυφά, μέσα στη νύχτα, ένας άνθρωπος και να πήρε τη θέση του κάποιος άλλος”.  Η αντίδραση όμως της γυναίκας του, η οποία καταφεύγει σε κάθε μέσο – ακόμα και σε απόπειρα αυτοκτονίας – προκειμένου να μη διαλυθεί το σπίτι της, αναγκάζει τον Βασίλη να υποταχθεί και να επιστρέψει στον παλιό εαυτό του.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο Τερζάκης, στη Μυστική Ζωή, στρέφεται στον άνθρωπο ως οντότητα μοναχική, με προβλήματα, αγωνίες, ψυχική κόπωση. Αναγνωρίζει ο συγγραφέας πως η καθημερινότητα είναι καταθλιπτική και μίζερη για πολλούς, και γι’ αυτούς αποφασίζει να γράψει. Οι μελετητές του έργου του Τερζάκη, αναφέρουν συχνά πως στόχος του είναι να μιλήσει για την “ισοπεδωμένη και χωρίς προεξοχές” ζωή των κοινών και αδύναμων ανθρώπων, για τα σπασμένα φτερά και τους ανικανοποίητους πόθους. Ο Ανδρέας Καραντώνης αναφέρει ότι ο Τερζάκης γίνεται “ψυχογράφος της μικροαστικής αθλιότητας και ζωγράφος της συνοικιακής ομίχλης” και οι ήρωές του παρουσιάζονται ως “συνταξιούχοι της ζωής” που παλεύουν με σκιές. Η γραφή του Τερζάκη δείχνει ότι δεν είναι ψυχρός παρατηρητής των όσων συμβαίνουν στη ζωή των ηρώων του. Μοιάζει να συμμετέχει στα παθήματά τους και σ’ αυτή τη συμμετοχή παρασύρει και εμάς.

Από τότε που έγραψε ο Τερζάκης τη Μυστική Ζωή, έχουν περάσει σχεδόν εβδομήντα χρόνια. Διερωτώμενοι, εμείς οι αναγνώστες, αν η Μυστική Ζωή, ως θέμα και ως επιλογή αναγνωστική, έχει θέση στο σήμερα, φέρνουμε στη σκέψη μας την κοινωνική πραγματικότητα του παρόντος χρόνου και συνειδητοποιούμε πως, η Μυστική Ζωή μοιάζει με σύγχρονο μυθιστόρημα. Η κοινωνική ζωή εξακολουθεί να είναι “...ένας στίβος όπου συγκρούονται του κόσμου οι μικροεγωισμοί, τα μικροφιλότιμα, τα μικροσυμφέροντα, τα μικροπάθη, όλα μικρά… Μια ψυχή ακέραια, δεν μπορεί, γρήγορα σιχαίνεται και αποσύρεται. Τότε τη λένε αδύναμη, ηττημένη…” Αυτές τις ψυχές, τις ακέραιες ψυχές, που τις λένε αδύναμες και προσκυνημένες, μας καλεί ο Τερζάκης να έχουμε στην έγνοια μας. Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της Μυστικής Ζωής, σκέφτομαι πως, απ’ όσα οι ήρωές της είπαν, είναι πολλά που πρέπει να θυμόμαστε. Ανάμεσά τους κι ετούτο: Μας λείπει κάθε επιείκεια για τους ανθρώπους. Όσο και αν μας έχουν φταίξει, ας μην ξεχνάμε πως οι αδυναμίες τους είναι οι αδυναμίες μας. Ας μην ξεχνάμε, ανήκουμε όλοι στο ίδιο είδος...

[Άγγελος Τερζάκης, Μυστική Ζωή, Εκδόσεις "Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ", Αθήνα 2020]