Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2020

Ανάγνωσης Σκέψεις



Δυο κιβωτάρια και μια ιστορία…

Το ιστορικό μυθιστόρημα του πανεπιστημιακού δασκάλου Νίκου Παπαδογιαννάκη, το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο του που εκδίδεται, με τίτλο «Δυο κιβωτάρια και μια ιστορία», από τις εκδόσεις Λεξίτυπον, είναι αφιερωμένο «στα εκατόχρονα της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα (1913-2013)».

Ο συγγραφέας μέσα από μια απόλυτα επιτυχημένη σύνθεση, καταφέρνει να παρουσιάσει την, τραγικών διαστάσεων, αναζήτηση της ταυτότητας των ηρώων σ’ έναν καιρό ιστορικών ανακατατάξεων, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Δεν είναι στόχος του συγγραφέα η παρουσίαση των ιστορικών σταθμών της πορείας του Νησιού προς την Ένωση. Τα γεγονότα είναι, εξ άλλου, ήδη καταγεγραμμένα σε ιστορικά συγγράμματα. Η Ιστορία, λειτουργεί σαν ένας αόρατος μίτος που καθοδηγεί τους ήρωες στην πορεία τους προς την αυτοπραγμάτωση.

Μεγάλος ο καημός του Χατζή Μιχάλη Γιάνναρη και θεριεμένος από τους πολύχρονους αγώνες του για τη Λευτεριά και την Ένωση. Μεγάλος ο καημός και του ανιψιού του, Αντωνίου Γιάνναρη για τη Λευτεριά μα και για την πνευματική αναγέννηση του Νησιού.  Ο καπετάνιος αξιώθηκε να σταθεί μπροστά στον ιστό της σημαίας στο Φιρκά. Αξιώθηκε να τραβήξει το σκοινί του ασπρογάλανου ιερού πανιού στέλνοντάς το ψηλά στον αιθέρα. Αξιώθηκε, με την ψυχή σφραγισμένη από το αίμα των παλικαριών που έφυγαν, να αϊδάρει τη χιλιοβασανισμένη σκλαβοπούλα Κρήτη να ΄βρει τη θέση που της έπρεπε στην αγκαλιά της Μεγάλης Μάνας. Βέβαια, ο καπετάνιος γνώριζε πως οι φουρτούνες δεν είχαν τελειώσει και πως το τιμόνι του καραβιού αναζητούσε γερά χέρια. Προφητικά θαρρείς, μιλώντας με το  Λευτεράκη του είπε: «Ναι, Λευτεράκη. Γι’ αυτό βάστα γερά το τιμόνι και σέβου τσι λυκοφιλιές! Είδες τον-ε το ρούφουλα και τα πουλιά; Η Παναγία να σε βλέπει κι εσένα κι ούλους μας».

 Ο Αντώνιος Γιάνναρης πορεύτηκε στη ζωή του σαν ένας πραγματικά πνευματικός άνθρωπος. Σαν ένας σύγχρονος Οδυσσέας αρμένισε σε τόπους μακρινούς, σε τόπους άξενους, αφιερωμένος ολοκληρωτικά στην έρευνα και τη μελέτη της Ελληνικής Γλώσσας. Αγωνίστηκε να δώσει στη Γλώσσα μας τη θέση που της άρμοζε. Αγωνίστηκε ώστε να γίνει η Γλώσσα όπλο τρανό στα χέρια των Ελλήνων. Δύσκολος ο αγώνας του και όχι δίχως απώλειες για τον ίδιο. Οι δύσκολες συνθήκες ζωής και το αταίριαστο για το κρητικό κορμί κλίμα των ξένων τόπων, έφθειραν την υγεία του. Και σαν μην έφτανε αυτό, η γυναίκα του, Μαίη Ντέινα, πήρε τις δυο κόρες τους, Κορδηλία και Μερόπη και επέστρεψε στην πατρική εστία των Ντέινα στις Συρακούσες της Νέας Υόρκης. «Its all greek to me», φέρεται να είπε στον Αντώνιο, κάποια στιγμή, αναφερόμενη στο έργο του. Ακαταλαβίστικα, δηλαδή, της φαίνονταν όλα εκείνα για τα οποία αγωνιζόταν ο σύζυγός της. Ο Αντώνιος δεν μπόρεσε να ξεχάσει τις φωνές των κοριτσιών του καθώς έφευγαν: «Daddy, daddy come with us to New York». Τα χρόνια περνούσαν κι αυτός ονειρευόταν πότε θα ξαναφέρει τις θυγατέρες του κοντά του, να ανεβούνε στους Λάκκους και «να τις δει να πηδούν μαζί με τα ρίφια στον ανθισμένο κάμπο του Ομαλού». Έτσι, μην αντέχοντας πια το χωρισμό, το 1909 πήρε τη μεγάλη απόφαση: Χωρίς να λογαριάσει τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, αποφάσισε να διασχίσει τον Ατλαντικό και να συναντήσει τις θυγατέρες του. Η πολυπόθητη συνάντηση, όμως,  δεν έγινε ποτέ. Τον Απρίλιο του 1909 σε ηλικία 57 ετών, πέθανε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού από συγκοπή και, «…τον νεκρόν έρριψαν εις τον Ωκεανόν».


Έτσι λοιπόν, έφτασε στο τέλος της ζωής του ο Αντώνιος Γιάνναρης. Όταν τελειώνει η ανάγνωση του εξαίρετου βιβλίου του Νίκου Παπαδογιαννάκη, ένα ερώτημα γεννιέται: Τι απέγιναν οι θυγατέρες του Αντωνίου; Έζησαν μια όμορφη ζωή; Μήπως ακολούθησαν το δρόμο του πατέρα τους; Μετά από διαδικτυακή έρευνα και συγκεκριμένα στο αρχείο της εφημερίδας «Syracuse Herald», διαπιστώθηκαν τα παρακάτω:


Η Κορδηλία, πέθανε στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, σε ηλικία 27 ετών, από την ισπανική γρίπη, στο Σικάγο. Στη νεκρολογία της, στην έβδομη σελίδα του φύλλου της 1ης Οκτωβρίου 1918, της εφημερίδας Syracuse Herald, αναφέρεται ότι επρόκειτο να μεταφερθεί η σωρός της στις Συρακούσες για την ταφή. Επίσης αναφέρεται ότι «η δεσποινίς Γιάνναρη, ήταν εξέχον μέλος της κοινωνίας των Συρακουσών. Αναχώρησε από την πόλη πριν από δύο έτη και εγκαταστάθηκε στο Σικάγο. Ήταν μέλος της Εταιρείας της Μεγάλης Όπερας του Σικάγο. Απόφοιτος του Σχολείου Goodyear-Burlingame, συνέχισε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο των Συρακουσών και στη Νέα Υόρκη. Αφήνει πίσω της την μητέρα της, κυρία Μαί(ρ)η Ντέινα Γιάνναρη και μία αδερφή, την κυρία Μερόπη Γιάνναρη Μακνίλ…»


Η Μερόπη, πέθανε στις 7 Απριλίου 1919, σε ηλικία 25 ετών, μετά από «σύντομη ασθένεια». Στη νεκρολογία της, στην 17η σελίδα του φύλλου της 9ης Απριλίου 1919, της εφημερίδας Syracuse Herald, αναφέρεται ότι πέθανε στη Σάντα Μόνικα, στην Καλιφόρνια. Επίσης, αναφέρονται τα εξής: «Τα νέα του θανάτου της κυρίας Μερόπης Γιάνναρη Μακνίλ, πρώην κατοίκου της πόλεως, έφτασαν σήμερα Πέμπτη. Η κυρία Μακνίλ πέθανε τη Δευτέρα μετά από σύντομη ασθένεια. Ήταν η κόρη της κυρίας Μαίρης (Μαίη) Ντέινα Γιάνναρη. Η οικογένεια ζούσε στην οδό Δρυών και μετακόμισε στην Καλιφόρνια πριν από τρία χρόνια. Η κυρία Μακνίλ εκατάγετο από τη Σκωτία. Ο πατέρας της, καθηγητής Α.Ν. Γιάνναρης κατείχε την έδρα της ελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Αγίου Ανδρέου στη Σκωτία για ένα διάστημα. Εκτός της μητέρας και του συζύγου της, η κυρία Μακνίλ αφήνει έναν ανήλικο γιο».

 
Η μητέρα των κοριτσιών, η Μαίρη (Μαίη), πέθανε στις 5 Ιουνίου 1942, στο σπίτι της στη Βοστόνη. Στη νεκρολογία της, στην 15η σελίδα του φύλλου της 17ης Ιουνίου 1942, της εφημερίδας Syracuse Herald, αναφέρονται μεταξύ άλλων: «… Η κυρία Ντέινα Γιάνναρη, καταγόμενη από τις Συρακούσες, αφήνει πίσω της μία αδελφή, την κυρία Μπάρνετ Νας στη Νέα Υόρκη, έναν εγγονό (προφανώς ο γιος της Μερόπης) τον Ντέινα Μακνίλ, ο οποίος είναι επίσης και υιοθετημένος γιος της κυρίας Γιάνναρη…». Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι η Μαίη υιοθέτησε τον εγγονό της όταν πέθανε η κόρη της, Μερόπη.


Στοιχεία για τον Ντέινα Μακνίλ δεν ήταν εύκολο να βρεθούν. Εάν ζούσε σήμερα, θα ήταν 94 ετών αφού στη διαθήκη της Μαίη το 1942, αναφέρεται ότι ο εγγονός και υιοθετημένος της γιος ήταν 23 ετών. Βάσει της νεκρολογίας της γιαγιάς του, (a grandson, Dana McNeill of Adams House, Cambridge, Mass.), μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο Ντέινα Μακνίλ είναι ο Ντέιβιντ Ντέινα Μακνίλ, ο οποίος αναφέρεται στην επετηρίδα της τάξης του 1942 του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ[1]. Σύμφωνα με τα γραφόμενα στην επετηρίδα, ο Ντέιβιντ γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1919 (άρα όντως ήταν 23 ετών το 1942), ένα από τα αντικείμενα σπουδών του ήταν η Ιστορία και μελλοντικός στόχος του ήταν η ενασχόληση με τις επιχειρήσεις. Απ΄ ό,τι φαίνεται όμως, ο Ντέιβιντ Ντέινα Μακνίλ πέθανε και αυτός νέος, σε ηλικία 49 ετών. Στο εθνικό κοιμητήριο Άρλινγκτον[2], στον 6ο τομέα και στη θέση 9100-J υπάρχει επιτύμβια στήλη με ημερομηνία γέννησης που ταυτίζεται με αυτή του Χάρβαρντ και ημερομηνία θανάτου την 31η Μαρτίου του 1968. Υπηρέτησε στο αμερικανικό ναυτικό στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Πόλεμο της Κορέας. Ο στρατιωτικός βαθμός που αναφέρεται, ως βετεράνου του αμερικανικού ναυτικού, είναι αυτός του Πλωτάρχη. Άραγε, ο εγγονός του Αντωνίου Γιάνναρη είχε ενημερωθεί από τη γιαγιά και τη μητέρα του για τον σπουδαίο παππού του; Άραγε, έφτασαν ποτέ στα χέρια του τα πονήματα του σπουδαίου προγόνου του; Τα Κρητικά Άσματα; Ο Μικρός Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας; Η διατριβή επί υφηγεσία για τον Ερωτόκριτο και τον ποιητή του;


Ο αναγνώστης μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος του Νίκου Παπαδογιαννάκη, συνειδητοποιεί πως η Ιστορία ενός τόπου δεν είναι μόνο οι πολιτικοί αγώνες, η διπλωματία, οι μάχες, η αυτοθυσία, η γενναιότητα και η υπέρβαση του θανάτου. Είναι και η καθημερινότητα των ανθρώπων, με τις θλίψεις και τις χαρές τους, με τα χαμένα τους όνειρα, τους ανεκπλήρωτους έρωτες, τα ηθικά διλήμματα. Ο αναγνώστης νιώθει οικεία τα βάσανα και τους πόθους του Καπετάνιου, των Σήφηδων, της Κατεριάς, του Λευτεράκη, του Αντωνίου… Ο αναγνώστης αισθάνεται, εν τέλει, πως κι αυτός ο ίδιος είναι μέρος της Ιστορίας του τόπου. Κι αυτή η αίσθηση είναι σίγουρα λυτρωτική…


Εφημερίδα "Χανιώτικα Νέα", 10Αυγούστου 2013










[1] Το Χάρβαρντ βρίσκεται στο Καίμπριτζ της Μασαχουσέτης και ένας από τους ξενώνες για τους φοιτητές είναι το Άνταμς Χάουζ.
[2] https://www.findagrave.com/memorial/49257545
Σαν Παραμύθι...

Ο κυρ Βοριάς και οι θυγατέρες του

Τρεις θυγατέρες είχε ο βασιλιάς, ο κυρ Βοριάς. Κι ήτανε τόση η αγάπη του γι' αυτές που δεν τις άφηκε ποτέ, βήμα να σύρουν έξω από του παλατιού τη θύρα τη μεγάλη. Δύσκολη η αγάπη ετούτη για τις τρεις πανώριες κόρες. Πόνο εγεννούσε στην ψυχή των και λαχτάρα μεγάλη να δουν τον έξω κόσμο. Οσα και να 'τανε τα παρακάλια και τα κλάηματά τους, ο βασιλιάς την άδεια να βγουν οι θυγατέρες του στον κόσμο, δεν την έδινε.
Κι αυτές, μες στην απελπισιά τους, του φεγγαριού ξομολογήθηκαν μια νύχτα και βοήθεια ζήτηξαν. Θάμπωσαν τα ολόχρυσα του φεγγαριού τα μάτια, από την ομορφιά των τριώ των κοπελιέδω και είπε: "Νέφη γενείτε!"
 
Ολόχαρες, οι τρεις, αέρινες πια, θυγατέρες, γλίστρησαν μέσα απ' την κλειδωνιά της πόρτας της μεγάλης και στα ουράνια πέταξαν. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες αρμένιζαν πάνω από πολιτείες και χωριά. Πολλά είδαν και θαύμασαν. Μα πιο πολύ τις μάγεψε η θάλασσα. Στάθηκαν πάνωθέ της και τις μορφές τους είδαν μέσα της να καθρεφτίζονται. Όχι σαν τρεις νεφέλες μα σα βασιλοπούλες λαμπερές.
Εκείνη τη στιγμή, όμως, ένιωσαν πως του γυρισμού η ώρα είχε 'ρθεί.
 
Με μιας στα δώματά τους γύρισαν και τον πατέρα τους το βασιλιά, βρήκαν στην κλίνη του να κείτεται θλιμμένος.
"Σχωράτε μου, κόρες μου ακριβές. Το άδικο που όρισα τις μέρες σας να κυβερνά, δεν το 'νιωσα ... Λεύτερες είστε, εδώ να μείνετε ή σ' άλλη γη σπίτι να κάμετε..."
Έτσι είπε ο κυρ Βοριάς κι έτσι έγινε. Λεύτερες οι πεντάμορφες, τον κόσμο όλο εφτά φορές γυρίσαν. Είδανε κι έμαθαν πολλά. Κάνανε και καλές παντρειές. Της δύσης, της ανατολής και του νοτιά οι πρίγκιπες, άξια στο πλευρό τους στάθηκαν. Και του κυρού τους η χαρά, άφταστη! Οι ομορφοθυγατέρες του κι οι τρεις, απ' τσι τρανούς τσι νιους ζητήξαν, του κύρη τους το κάστρο, δικό τους σπιτικό να κάμουν. Κι αυτοί ομόγνωμα κι οι τρεις, συμφώνησαν. Πώς τ' ουρανού χατίρι να χαλάσουν;
 
Χαρούμενες και γελαστές, οι κόρες, τις μέρες τους περνούσαν. Και πράγμα απίστευτο, τίποτα από τα ταξίδια τους στον κόσμο δεν ενοσταλγούσαν, παρά μονάχα ένα. Τη θάλασσα και τη στιγμή που πάνωθέ της στάθηκαν, τρεις όμορφες, ολόφωτες νεφέλες και μέσα της την όψη τους και την ψυχή τους, είδαν...

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Ανάγνωσης σκέψεις


Ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά της Ρέας Γαλανάκη
Spina nel Cuore

Η ιστορία του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, ή Ισμαήλ Σελίμ Πασά ή στο ελληνικότερο, Εμμανουήλ Καμπάνη Παπαδάκη είναι γνωστή. Πρόκειται για έναν Κρητικό από το Οροπέδιο στην Ανατολική Κρήτη που σε μια τουρκική επιδρομή του 1823, αιχμαλωτίστηκε μαζί με τον αδερφό του Αντώνιο. Ο αδερφός του κατάφερε και δραπέτευσε ενώ αυτός εξισλαμίστηκε και ακολούθησε μια σημαντική πορεία ως στρατιωτικός της Αιγύπτου. Η συγγραφέας, βέβαια, δεν έγραψε απλά ένα βιογραφικό έργο. Θέλησε με το βιβλίο της να αγγίξει βαθύτερες, σκοτεινές ίσως, γωνιές της ανθρώπινης ψυχής. Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος: Ο Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, Spina nel Cuore.

Spina nel Cuore. Αγκάθι, λοιπόν, στην καρδιά της Βενετίας το Οροπέδιο μα και στην καρδιά του ήρωα αφού του γεννά το άλγος του νόστου.  Ο ήρωας, μια βασανισμένη ψυχή, που κερδίζει μονομιάς τον αναγνώστη και τον κάνει να θέλει να βρίσκεται δίπλα του, σε κάθε βήμα του πολυτάραχου βίου του. Δεν είναι βέβαια, μόνο τα βάσανα του ήρωα που μας κάνουν να νιώθουμε πολύ κοντά σ’ αυτόν αλλά και ο λόγος της συγγραφέως που είναι βαθιά ποιητικός. Έτσι, βλέπουμε τα πρώτα χρόνια, τα παιδικά, να γίνονται ένα παιδί αόρατο στους άλλους που τον συντροφεύει στη νέα του ζωή και δεν τον αφήνει να ξεχνά. Η σπηλιά που για τους άλλους ήταν το καταφύγιο στις δύσκολες ώρες, γι’ αυτόν γίνεται η είσοδος στην κόλαση μα και ο τόπος της δεύτερης γέννησής του. Ένα αρχαίο, μινωικό, μαχαίρι που θα βρει σε μια γωνιά της σπηλιάς, θα ‘ναι πάντα χωμένο στον κόρφο ή στο ζωνάρι του. Μ’ αυτό θα σφραγιστεί και ο νόστος του και θα κλείσει ο ανοιχτός σαν πληγή κύκλος της ζωής του.


Πάνε τριάντα χρόνια από τότε που διάβασα για πρώτη φορά τον Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά. Είχα μόλις τελειώσει τη στρατιωτική μου θητεία και είχα ριχτεί με λαχτάρα μεγάλη στην ανάγνωση βιβλίων. Ό,τι μου είχε λείψει για δυο ολόκληρα χρόνια, προσπαθούσα να το αποκτήσω με ταχύτητα ιλίγγου. Λάθος μου, μεγάλο. Η ταχύτητα αυτή μου στέρησε, θαρρώ, την σε βάθος προσέγγιση και απόλαυση των αναγνωσμάτων μου. Έτσι, και η ανάγνωση του Βίου έγινε πολύ γρήγορα και αυτό που έμεινε στη μνήμη μου ήταν απλά η “περίεργη” ιστορία ενός Κρητικού που αναγκάστηκε να αλλαξοπιστήσει στα ανταριασμένα χρόνια του 19ου αι.

Τύχη αγαθή με έφερε στη Λέσχη Ανάγνωσης της Ορθόδοξης Ακαδημίας Κρήτης και το δεύτερο βιβλίο που αποφασίσαμε να διαβάσουμε, ίσως συνηγόρησε στην απόφασή μας και το άρθρο του Guardian, ήταν ο Βίος. Έψαξα να βρω το βιβλίο, αυτό από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, αλλά μάταια. Είχε χαθεί. Έτσι, το αγόρασα ξανά. Αυτή τη φορά, τη συλλεκτική έκδοση του Καστανιώτη. Και άρχισα να το ξαναδιαβάζω.
Δύσκολα να περιγράψω όσα ένιωσα στη διάρκεια της ανάγνωσης αυτής. Τα βιώματα του Ισμαήλ, ο θανάσιμος Νόστος του, οι σκιές σύντροφοί του, το γύρισμα του κλειδιού στην κλειδωνιά του έρημου πατρικού του, γίνηκαν και δικά μου. Δική μου και η δεύτερη γέννησή του, δικός μου κι ο δεύτερός του θάνατος. Ο λυτρωτικός.

Θαρρώ πως το πρώτο βιβλίο, αυτό της ΑΓΡΑΣ, βρήκε το δρόμο και γύρισε στο σπήλιο στο Ψυχρό και χάθηκε στα βάθη του, ανάμεσα σε όστρακα μινωικά και σκεβρωμένα από τη σκουριά αιώνων, μαχαίρια θυσίας. Επέστρεψε εκεί, για να με οδηγήσει στην αναζήτηση και την ανά-γνωση του. Για να ζήσω ξανά, στα χρόνια της ωριμότητάς μου αυτή τη φορά, τον συγκλονιστικό βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, με άλλον τρόπο. Βαθύτερο, ουσιαστικότερο, γεμάτο κέρδος ψυχής.
=======================
Ο φιλαναγνώστης πρέπει σίγουρα να συμπεριλάβει το σπουδαίο αυτό βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη στις επιλογές του. Δεν είναι τυχαίο εξ άλλου που ο Guardian το περιέλαβε στα δέκα σπουδαιότερα βιβλία της Ευρώπης:

Περισσότερα, βιογραφικά στοιχεία, για τον ήρωα του βιβλίου, μπορεί κανείς να διαβάσει ανατρέχοντας σε διάφορες πηγές, ακόμα και στην wikipedia:

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Ανάγνωσης σκέψεις


Ο Εθελοντής  του Γιώργη Μανουσάκη

Ένα ταξίδι. Μια πορεία. Από το 1912 ως το 1940. Ενός ανθρώπου. Ή μήπως ενός λαού; Δύσκολο να πει κανείς. Ο ήρωας, ο Βασίλης Σηφάκης, 17 χρονών, φεύγει από το χωριό του στην Κρήτη για να γνωρίσει τον κόσμο. Για να σώσει τον κόσμο. Για να σώσει τις Ιδέες. Εθελοντής.

Ένα ταξίδι. Στα πεδία των μαχών, ο ήρωας του Μανουσάκη πολεμά για τ’ όνειρο μιας λεύτερης και δυνατής πατρίδας. Στις μεγάλες πόλεις που σφραγίζουν τη ζωή του, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη, στρατεύεται πολιτικά και βιώνει τις συνέπειες αυτής της στράτευσης. Ο Βασίλης Σηφάκης δεν παύει να είναι όμως άνθρωπος και, παράλληλα, βιώνει μεγάλα πάθη που αφήνουν τα σημάδια τους στην ψυχή του.

Ο Γιώργης Μανουσάκης, παρουσιάζει με μοναδικό τρόπο την πορεία του Εθελοντή του. Σαν απλός παρατηρητής, αποφεύγει να κάνει την όποια ψυχολογική ανάλυση χαρακτήρων. Έτσι, καθώς διαβάζουμε το βιβλίο, μπορούμε, ανεπηρέαστοι, να γνωρίσουμε τους ήρωες σαν να τους συναντούμε πραγματικά. Κι είναι τέτοιος ο τρόπος του συγγραφέα που, από ένα σημείο και μετά, οι ήρωες μοιάζουν παλιοί γνώριμοί μας. Επίσης, ο συγγραφέας, καταφέρνει με τρόπο θαυμαστό να περιγράψει τα Χανιά του 1900. Η διήγησή του στην αρχή του μυθιστορήματος, μοιάζει σαν καλοσχεδιασμένη ξενάγηση. Κι είναι η ξενάγηση αυτή τόσο εντυπωσιακή και λεπτομερής που νομίζεις πως έχεις ταξιδέψει με χρονομηχανή στο τότε και ακολουθείς τους ήρωες καθώς κινούνται μέσα στα περιτοιχισμένα Χανιά του παρελθόντος, στα ανέγγιχτα από την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό Χανιά.

Μοναδικός, λοιπόν, ο τρόπος γραφής του Μανουσάκη. Λιτός μα άκρως περιεκτικός. Χωρίς φτιασίδια και συναισθηματικές εξάρσεις, όπως ταιριάζει στην πορεία της ζωής του Εθελοντή. Όπως ταιριάζει, ίσως, και στην πορεία της ζωής του ίδιου του συγγραφέα.


Ταξιδεύοντας στις σελίδες ετούτου του βιβλίου, θαρρούσα πως άκουγα τον ίδιο τον συγγραφέα, να διαβάζει το κείμενό του. Όπως τότε. Τον Σεπτέμβρη του 1980 ήταν η πρώτη φορά που συναντήθηκα με τον Γιώργη Μανουσάκη, όταν ξεκίνησε η φοίτησή μου στην Τρίτη Τάξη του 5ου Γυμνασίου Χανίων. Για μένα δεν ήταν ο Γιώργης Μανουσάκης.  Ήταν ο κύριος Μανουσάκης, ο φιλόλογός μας. Πάντα σοβαρός, λιγομίλητος ή μάλλον σιωπηλός. Αυτή η σιωπή, μη κατανοητή για μένα τότε, μπορώ να πω ότι μου γεννούσε μια αίσθηση δέους, ίσως και φόβου. Δεν ήξερα ή, μάλλον, δεν μπορούσα να καταλάβω τον διαρκή εσωτερικό αγώνα του πνευματικού ανθρώπου που καθημερινά έπρεπε να κάνει την ίδια υποχώρηση και να αφιερώνει κάποιες πολύτιμες ώρες από τον χρόνο του σε εμάς. Δεν μπορώ να ξεχάσω την ημέρα που, πριν ξεκινήσει το μάθημά του, δειλά, και με μια έκφραση δισταγμού στο πρόσωπό του, μας κάλεσε στην παρουσίαση της ποιητικής του συλλογής «Τρίγλυφο» στην αίθουσα του Χρυσόστομου. Δεν θυμάμαι αν πήγαμε στην παρουσίαση, μια παρέα εφήβων που μάλλον ιδέα δεν είχαμε από ποίηση, από ευγένεια ή από φόβο για το τι θα γινόταν αν δεν μας έβλεπε εκεί. Θυμάμαι όμως, αξέχαστα, το χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό του όταν, πριν ξεκινήσει τον λόγο του, μας είδε να καθόμαστε στην τρίτη σειρά των ακροατών. Θυμάμαι επίσης, πως από τη μέρα εκείνη, στην τάξη, λιγότερο σιωπηλός ήταν και το χαμόγελο θρόνιαζε στη ματιά του, σχεδόν καθημερινά.
Φέρνοντας όλα αυτά στο νου μου τώρα, σκέφτομαι πως ήταν πραγματικά κρίμα που, όντας παιδιά ακόμα, δεν είχαμε συνειδητοποιήσει πόσο μεγάλη τιμή ήταν για εμάς να έχουμε δάσκαλό μας τον Γιώργη Μανουσάκη. Το λιγότερο που θα μπορούσαμε να του έχουμε πει, θα ήταν ένα: «ευχαριστούμε, Δάσκαλε…»

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Σαϊτιές Φωτός

 Τυχαίο δεν είναι που σε κάθε σκοτεινή εποχή, όσοι το Φως μάχονταν, στόχο έβαζαν τα βιβλία. Να τα καταστρέψουν, να τα κάψουν, να τα αφανίσουν. Μα, σαν από ένστικτο, ο άνθρωπος, ακόμα κι ο πιο φτωχά σπουδαγμένος, πάσχιζε να περισώσει ό,τι μπορούσε από αυτά. Έτσι, σώθηκε ένα μεγάλο μέρος της βιβλιοθήκης του Βενιζέλου στη Χαλέπα*, στα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Έτσι, σώθηκαν πολλές βιβλιοθήκες σε κάθε γωνιά του κόσμου, από τη μανία όσων το σκοτάδι υπηρέτησαν.
Σήμερα, θαρρώ πως κι η δική μας εποχή, σε μεγάλη ανάγκη είναι. Ας μην ξεχνούμε πως κάθε σελίδα βιβλίου και μια σαϊτιά Φωτός είναι. Ας μην το ξεχνούμε. Οι φαρέτρες μας αδειάζουν σιγά σιγά...

=============================================
(*) "...ο Βενιζέλος είχε μεταφέρει τα βιβλία του στο σπίτι του στη Χαλέπα κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου: «Τα βιβλία ήρθαν σε κούτες συσκευασμένα και ξεπερνούσαν τις 100. Τοποθετήθηκαν στο σπίτι του στη Χαλέπα. Στη διάρκεια όμως του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου το σπίτι επιτάχθηκε από τους Γερμανούς με συνέπεια πολλά από τα βιβλία του να καούν και άλλα να πωληθούν. Οταν αυτά τα γεγονότα έφτασαν στα αυτιά του τότε δημάρχου Νικολάου Σκουλά, ο οποίος ειδοποιήθηκε όπως αναφέρει ο ίδιος στο βιβλίο του για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ανιψιό του Βενιζέλου, φρόντισε μαζί με τον Νικόλαο Τωμαδάκη και μια ομάδα εργατών, να πάρουν τα βιβλία από το σπίτι του Βενιζέλου και να τα μεταφέρουν στο Ιστορικό Αρχείο που βρισκόταν στο Παλιό Τελωνείο και προϊστάμενος του οποίου ήταν τότε ο Τωμαδάκης. Αργότερα, το 1957, ο γιος του Βενιζέλου και η Ελενα παραχώρησαν τη συλλογή στον Δήμο Χανίων και έκτοτε παρέμειναν εδώ ως δωρεά».
(Πηγή: Χανιώτικα Νέα, Το αρχείο της ιστορικής μνήμης, 1 Ιουνίου 1909)