Τετάρτη 29 Ιουνίου 2022

 Να είχα, λέει, μια τρομπέτα, της Μάρως Δούκα

Με το που άρχισα, σε συνθήκες αναγκαστικού εγκλεισμού, να διαβάζω το νέο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα, με τρόπο ανεξήγητο βυθίστηκα στον χώρο και τον χρόνο και βρέθηκα στην ανοιξιάτικη ακροποταμιά του χωριού μου. Σε μια πέτρα κάθισα, άξιο απορίας πώς δε γλίστρησα, και αφέθηκα στη γοητευτική διήγηση της Κάκιας, της αγέννητης, μα ορισμένης να γεννηθεί, ηρωίδας του βιβλίου.


Κι έγινε της Κάκιας η φωνή  ένα με το νερό που κυλούσε και κι έβρεχε τα πόδια μου. Άλλοτε ήρεμα κι άλλοτε με πεισμωμένη κραυγή η Κάκια, για τις γυναίκες της ζωής της αγωνιζόταν να μιλήσει.  Κι ήταν τέτοια η ορμή του λόγου της μα και του νερού η δύναμη, που θαρρείς και άρχισα να βλέπω, να διαβάζω, να θυμάμαι, τις ιστορίες των γυναικών της δικής μου ζωής. Πομπή ολόκληρη, μες στο νερό, γυναικών γελαστών μα και γυναικών αγέλαστων. Γυναικών που υποτάχτηκαν στη μοίρα της εποχής τους μα και γυναικών που σήκωσαν το ανάστημά τους στη μοίρα.

Στο ερώτημα αν το νέο βιβλίο της Μάρως Δούκα είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τις γυναίκες, προορισμένο να διαβαστεί μόνο από γυναίκες, η απάντηση είναι ξεκάθαρα, όχι. Το βιβλίο, βεβαίως, μιλά για τις γυναίκες. Για τις γυναίκες που γνώρισαν και γνωρίζουν καλές ώρες στη ζωή τους. Για τις γυναίκες όμως, επίσης, που κακοπάθησαν και που δυστυχώς κακοπαθαίνουν ακόμα και σήμερα στη ζωή τους. Για τις γυναίκες, τέλος, που ποτέ δεν έμειναν και δε μένουν αδιάφορες μπροστά στα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα της εποχής τους. Το βιβλίο ετούτο λοιπόν, μπορεί να προσφέρει στη γυναίκα αναγνώστρια, την ικανοποίηση ότι ο αγώνας της ζωής της δεν περνά απαρατήρητος αλλά και για τον άνδρα αναγνώστη, το βιβλίο αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως υπενθύμιση του χρέους σεβασμού του αγώνα ζωής της κάθε γυναίκας.

Σαν το ποτάμι που πάντα κυλά και δε λιμνάζει, ρέει το κείμενο της αγαπημένης μας συγγραφέως. Ο αναγνώστης που θα αποφασίσει να δροσιστεί στα νερά του, αναζωογονημένος θα βγει…

[Μάρω Δούκα, Να είχα, λέει, μια τρομπέτα, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2022]

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2022

 Στο Σύνορο της Πόληςτου Κυριάκου Στρατουδάκη

  Έναν χρόνο μετά τις "Δακρυγόνες Αναμνήσεις", είχα τη χαρά να διαβάσω το δεύτερο βιβλίο του Κυριάκου Στρατουδάκη, με τίτλο "Στο Σύνορο της Πόλης". Στο σχόλιό μου αυτό, συνειδητά, δεν επέλεξα να προβάλω τον πραγματικά εξαιρετικό τρόπο γραφής του Κυριάκου. Θαρρώ πως αν το έκανα, θα στερούσα τη χαρά που γεννά η πρώτη συνάντηση του αναγνώστη με τον πνευματικό δημιουργό. Επέλεξα να σταθώ στις σκέψεις που γεννήθηκαν μέσα μου, σχετικά με τον ποιητή και τον ρόλο που αυτός καλείται να παίξει μέσα από κάθε έργο του.

    Αφού τελείωσε, λοιπόν, η πρώτη ανάγνωση του βιβλίου του Κυριάκου, έμεινα με την  περίεργη αίσθηση  ότι μέσα στις σελίδες του υπάρχει ένας σύνδεσμος, ένα αόρατο υφάδι, που η αρχή του χάνεται στο παρελθόν. Στη δεύτερη ανάγνωση, το υφάδι άρχισε να ξετυλίγεται και με οδήγησε στα χρόνια τα βυζαντινά, τότε που έζησαν και έδρασαν οι Ακρίτες. Να θυμηθούμε ότι Ακρίτες ήταν τα παλικάρια που περιφρονώντας την ευζωία, τη νοικοκυρεμένη ζωή, τη σιγουριά των πόλεων και των χωριών, στάθηκαν στις άκρες, στα σύνορα δηλαδή της αυτοκρατορίας, ακοίμητοι φρουροί. Έτοιμοι να κονταροχτυπηθούν με τη βαρβαρότητα των κάθε λογής επιδρομέων.

       Θα μου πείτε, τι σχέση έχει η δική μας εποχή και η ποίηση, μ’ εκείνα τα δύσκολα και αβέβαια για την ανθρώπινη ύπαρξη, χρόνια; Ας το σκεφτούμε λίγο. Εμείς, οι άνθρωποι του σήμερα, μάθαμε να ζούμε στην πόλη και στην όποια σιγουριά αυτή μάς προσφέρει. Ξορκίσαμε τους Φόβους και τις Αγωνίες μας, ανάβοντας φώτα εκτυφλωτικά που τις σκιές καταδιώκουν. Τις δικές μας σκιές. Που αν και τους άξιζε η αγάπη μας, τις αποδιώξαμε και καμωνόμαστε πως άγνωστές μας είναι.

Έτσι, στους δρόμους της πόλης που δεν γνωρίζουν τι σημαίνει λιόγερμα, συνηθίσαμε να βαδίζουμε. Το σύνορο της πόλης, τη δική μας άκρη, το σημείο όπου το φως δίνει τη θέση του στο σκοτάδι, το ξεχάσαμε. Το αρνηθήκαμε, το απαγορεύσαμε ακόμα και σαν σκέψη στον εαυτό μας. Φυσικό είναι να γεννηθεί μέσα μας το εξής ερώτημα: Υπάρχει τελικά, κάποιος που, με θάρρος, μπορεί ν’ αφήσει τη σιγουριά της φωτισμένης πόλης και το σύνορό της να διαβεί;

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό, οι πιο πολλοί την έχετε ήδη μαντέψει. Ναι, σίγουρα υπάρχει. Κι άλλος δεν είναι από τον ποιητή! Που σαν τον Ακρίτα των παλιών καιρών, φόβο δεν έχει την ώρα που θα κονταροχτυπηθεί με όσα έγιναν μα και με όσα δεν έγιναν. Φεγγάρι κάνει την ανάμνηση και με το αίμα της πληγής του, γραφή όμορφη στεριώνει!

Κι εμείς, οι πάντα εν ανάγκη μα και πάντα κερδισμένοι αναγνώστες, τα βήματα του ποιητή ακολουθώντας, στο σύνορο της δικής μας πόλης στεκόμαστε. Με τις σκιές μας φιλιώνουμε και, τον τρόπο βρίσκουμε ν΄ αγκαλιάσουμε όσα έγιναν και όσα δεν έγιναν και να ονειρευτούμε, όσα θα γίνουν.

    Αξίζουν, πραγματικά, συγχαρητήρια στον Κυριάκο για τη νέα του ποιητική δουλειά! Είμαι σίγουρος πως θα τον ξανασυναντήσουμε και ελπίζω αυτό να γίνει σύντομα. Γιατί, όπως πολύ σωστά λέει, το ταξίδι στο πέλαγος των λέξεων δεν τελειώνει.

Καλή Αντάμωση, Κυριάκο!

 

[Κυριάκος Στρατουδάκης, Στο Σύνορο της Πόλης, εκδόσεις Ραδάμανθυς, Χανιά, Άνοιξη 2022]

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021

 

Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!, του Γουίλιαμ Φώκνερ

    Πολλές φορές επιλέγουμε ενστικτωδώς, αυτόματα ίσως, τον τίτλο του επόμενου βιβλίου που θα διαβάσουμε. Κάποιοι θα πουν ότι δεν υφίσταται το στοιχείο του ενστίκτου ή του αυτοματισμού σε οποιαδήποτε, απλή ή σύνθετη, επιλογή της ζωής μας. Πάντα υπάρχει το αίτιο, αόρατο ίσως αλλά υπαρκτό.

    Δεχόμενος την άποψη της ύπαρξης αιτίου, σκέφτομαι ότι πίσω από την «ενστικτώδη» επιλογή τούτου του βιβλίου, δεν μπορεί να κρύβεται άλλο αίτιο εκτός από τον τίτλο του. Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ! Η κραυγή του βασιλιά Δαυίδ μπροστά στο άψυχο κορμί του τριτότοκου γιου του, ο οποίος παρασυρμένος από την εξαιρετική ομορφιά του και την αγάπη του λαού προς το πρόσωπό του, εξεγέρθη εναντίον της βασιλικής και πατρικής εξουσίας και εν τέλει, τιμωρήθηκε πεθαίνοντας βίαια ως συνέπεια της ύβρεως που είχε συντελεστεί.

    Βιβλικό το περιεχόμενο, λοιπόν, του μυθιστορήματος του Φώκνερ; Δίχως αμφιβολία, όχι. Το βιβλίο μιλά για τον αμερικανικό νότο, θα πει κάποιος αναγνώστης. Α, θα εξεγερθεί άλλος αναγνώστης, διαβάσαμε το " Όσα παίρνει ο Άνεμος" της Μάργκαρετ Μίτσελ, το είδαμε και -τρεις ολόκληρες ώρες- στον κινηματογράφο, φτάνει πια με τον αμερικανικό νότο! Αν αντιμετωπίσουμε το έργο αυτό του Φώκνερ ως μια ηθογραφική εξιστόρηση, θα έχουμε διαπράξει ένα μεγάλο ατόπημα και μια μεγάλη αδικία για τον συγγραφέα. Κι αυτό, διότι το κυρίαρχο στοιχείο σε αυτό το σπουδαίο βιβλίο είναι το στοιχείο της τραγικότητας στη ζωή του ανθρώπου. Από καταβολής κόσμου, το τραγικό συντροφεύει τον άνθρωπο. Αοράτως, ελέγχει την τήρηση των αρχέγονων νόμων και επιβάλει τη μεγίστη των ποινών. Την πτώση. Η οικογενειακή συμφορά και τα ανθρώπινα πάθη, που υποτάσσουν τους ήρωες στην ανελέητη μοίρα, αποτελούν τον πυρήνα ετούτου του βιβλίου. Και γύρω από αυτόν τον πυρήνα ο Φώκνερ με αριστοτεχνικό τρόπο, πολλές φορές λες και είναι βυθισμένος σε πυρετικό παραλήρημα, κραυγάζει ενάντια στο άδικο. Ενάντια στο προαιώνιο άδικο που καταδυναστεύει τη γυναίκα, ενάντια στο άδικο που γεννά το βδέλυγμα του φυλετικού ρατσισμού, ενάντια στο κοινωνικά άδικο.

    Ο ζεστός αέρας του αμερικανικού νότου με την ευωδιά της ανθισμένης γλυσίνας, συμπαρασύρει κι εμάς, τους εν ανάγκη αναγνώστες και μας  φέρνει στο Κατοστάρι του Σάτπεν. Παλεύουμε να φωνάξουμε, να προειδοποιήσουμε τους ήρωες για τα επερχόμενα δεινά, μα η φωνή μας, άφωνη. Τη μοίρα του, μας θυμίζει ο Φώκνερ, μόνος του τη γεννά ο άνθρωπος. Και μόνος του την αντιμετωπίζει…

 

[Γουίλιαμ Φώκνερ, Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ!, μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδόσεις Gutenberg, Ιούνιος 2021]

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

  Οινοχόος, της Φωτεινής Εμμ. Σεγρεδάκη

    Τη γενναιότητα των ποιητών, πάντα τη θαύμαζα.

    Δίχως φόβο, κατάματα αντικρίζουν τη ζωή σε όλες τις ώρες της, ηλιοκυβέρνητες ή σκιερές. Και, στο άλικο της ψυχής τους αφού την πένα τους βυθίσουν, χαράσσουν στο χαρτί αίνους δοξαστικούς ή και θρήνους βουβούς, για το Φως, για την Εξύψωση μα και την Πτώση.

    Γράφουν οι ποιήτριες και οι ποιητές μονάχα για τον εαυτό τους; Σίγουρα, αναζητούν βάλσαμο για τις δικές τους τις πληγές. Μα, σαν τη γιατρειά τους βρουν, δεν την κρατούν κρυφή μες στης ψυχής τα δώματα. Την ιστορούν με λόγια όμορφα και ξόμπλια ταιριαστά και χάρισμα τη στέλνουν. Κι εμείς, οι ταπεινοί αναγνώστες, νιώθουμε πως για εμάς γεννήθηκε η γραφή η ποιητική. Γιατί κοινή η μοίρα, κοινός και ο δρόμος των ανθρώπων.

    Η Φωτεινή (όταν για πρόσωπα μιλούμε, θαρρώ οι προσφωνήσεις και οι τίτλοι είναι στοιχεία περιττά), με γενναιοδωρία αρχοντική, μας προσκαλεί μέσα από τις σελίδες του Οινοχόου της, σε συμπόσιο. Σωστή οικοδεσπότισσα, μας προσφέρει τον πνευματικό της μόχθο απλόχερα. Και μας θυμίζει πως η σπίθα, καλά φωλιασμένη μέσα μας, περιμένει. Ν’ ανάψει όλες τις φωτιές που ορίστηκαν στου καθενός τον βίο… 



Τρίτη 18 Μαΐου 2021

Ανάγνωσης Σκέψεις

 

Δακρυγόνες Αναμνήσεις, του Κυριάκου Στρατουδάκη

       Νύχτα.

    Σε μια γωνιά του κήπου μας, όπου της νύχτας το λουλούδι αγώνα κάνει με το αγιόκλημα ποιο την ψυχή θα καταφέρει να λιγώσει, τη δεύτερη ανάγνωση των Δακρυγόνων Αναμνήσεων του Κυριάκου Στρατουδάκη, αρχινώ. Κάτω απ’ το Φως του φεγγαριού, γιατί ποτέ του το απόλυτο σκοτάδι χαρά δε μου ‘δωσε.

    Νύχτα. Σίγουρα, όχι γιατί μια έκπτωτη διάθεση ρομαντισμού με τριγυρίζει αλλά γιατί τη νύχτα οι πύλες αίρονται και οι αναμνήσεις, τον δρόμο που βγάζει στο κατώφλι της ψυχής, βρίσκουν. Στέκουν υπομονετικές, μέχρι ν’ ακούσουν σύρτες και μάνταλα να πέφτουν και τα βαριά θυρόφυλλα ν' ανοίγουν για χάρη τους.

    Ανοίγω το βιβλίο του Κυριάκου και μελετώ τα σημάδια της πένας του ποιητή που τόλμησε να αφηγηθεί τον δικό του μα και κάθε ανθρώπου, παρελθόντα χρόνο.

    Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, βλέπω τις αναμνήσεις να αναδύονται από τις σελίδες του βιβλίου. Πανώριες κόρες, λυγερόκορμες, που, με ληκύθους δακρύων στα χέρια, χοές προσφέρουν στις ώρες του Χθες. Για να μη σβήσουν, για να μη γίνουν σκιές.

    Διαβάζω το βιβλίο και κάθε σελίδα γεννά την ίδια επιβεβαίωση. Σπουδαίο το κράτος των αναμνήσεων. Στο ταξίδι τους, φέρνουν το φως του παρελθόντος και σβήνουν το σκοτάδι του παρόντος.

    Διαβάζω το βιβλίο και συλλογίζομαι. Μεγάλο γιατρικό η γραφή. Ο ποιητής, παλεύει να βρει τη δύναμη να αφηγηθεί και βάλσαμο να στάξει στις πληγές του. Αλλά όχι μονάχα στις δικές του μα και σ’ αυτές του, πάντα εν ανάγκη, αναγνώστη...

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

 

Διηγήματα, της Ρέας Γαλανάκη
 

Τον εγκλεισμό του σώματος και της Ψυχής, βάλθηκα να ζυγιάσω μες στη νύχτα. Στους δίσκους ενός αόρατου ζυγού, απόθεσα την ιδέα του έγκλειστου κορμιού από τη μια και αυτήν της έγκλειστης Ψυχής από την άλλη. Ταράχτηκα βλέποντας τον δίσκο της Ψυχής να γέρνει αργά. Μα δε φοβήθηκα. Έμαθα, χρόνια τώρα, το γιατρικό για να την κάνω να αλαφραίνει. Και βρίσκω το αμέσως. Όχι στο αποστειρωμένο και γυαλιστερό κουτί με τα ιάματα ( τι τρέλα, αλήθεια, να τα λέμε φάρμακα ή μήπως δηλητήρια όντως είναι; ) μα στα μεγάλα ξύλινα ράφια όπου κουρνιάζουν σιωπηλά, του Νου και της Ψυχής σπουδαίων Ανθρώπων έργα, τα Βιβλία. Έναν κανόνα έχω ορίσει. Όσα δεν έχουν ακόμη τον σκοπό τους εκπληρώσει, πλαγιαστά τα βάζω, ανάπαυση να βρουν πριν τη μεγάλη μάχη. Μα όσα έχουν την αποστολή τους εκτελέσει, όρθια τα στέκω και ορίζω τα φρουρούς ακοίμητους στου ερέβους την ορθάνοιχτη την πύλη. Κι αυτά, μήτε ένα βήμα, του σκοταδιού δεν επιτρέπουν, στη φωτερή αυλή του κόσμου μου να σύρει.

Απόψε διάλεξα της Ψυχής μου, και της δικής σας αν το θελήσετε, συντροφιά, τα Διηγήματα της Ρέας Γαλανάκη. Μόλις στα χέρια σου το βιβλίο πάρεις, ένα εξώφυλλο όμορφο, ελπιδοφόρο, σε καλωσορίζει. Ένα αλογάκι της Παναγιάς, στην πρώτη του νιότη, ακροβατεί σε μιαν αόρατη κλωστή απάνω, ανάμεσα στο Φως και στο σκοτάδι. Ξεκάθαρο είναι θαρρώ, το Φως πως το ‘χει κερδίσει.

Σαν όνειρο, μοιάζει το Βιβλίο τούτο. Θαρρείς πως σ’ έναν δρόμο περπατάς κι αριστερά και δεξιά σου έντεκα θύρες σφαλιστές, προσμένουν διάπλατα να τις ανοίξεις. Χωρίς κλειδιά, μ’ ένα σου νεύμα, μ’ ένα σου «θέλω, λαχταρώ να δω»…

Στο άνοιγμα της κάθε θύρας, γίνεσαι μάρτυρας ορατών και αοράτων. Τη μια, η μνήμη τη λήθη αντιπαλεύει. Την άλλη, η αδιαφορία τη συμπόνοια για τ’ ανθρώπινα πασχίζει να συντρίψει. Σε άλλη θύρα, βλέπεις το μαυρόασπρο να προσπαθεί τα εντός του χρώματα στο άχρωμο-χρωματιστό να φέρει. Και σε μιαν άλλη θύρα, βλέπεις παλιούς σου γνώριμους, σε ένα καινούργιο γεύμα σε παλιό σερβίτσιο να παρακάθονται. Σ’ αυτό το γεύμα, παρακάλεσα να με δεχτούν οι αγαπημένοι και αξέχαστοι συνδαιτημόνες: η Ελένη, ο Ανδρέας, ο Εμμανουήλ…

Άδικο θα ‘ταν πιο πολλά να γράψω και τη μαγεία του βιβλίου να χαλάσω. Ο αναγνώστης, καλύτερα μονάχος του, μες στις σελίδες των Διηγημάτων της Ρέας Γαλανάκη, τον δρόμο του να βρει. Κλείνω την ταπεινή γραφή μου, μ’ έναν σπουδαίο λόγο που άκουσα ν’ αντιβοά, η έκτη θύρα σαν άνοιξε εμπρός μου: «… Παλιό είναι το σώμα που μπορεί να οραματίζεται το μέλλον του, παλιό είναι αυτό που ξέρει ότι θα καταργηθεί από ένα δικό του όνειρο, γι΄ αυτό τον λόγο το παλιό δεν χάνεται, ξαναγεννιέται μέσα απ’ το καινούργιο…»